Tuesday, August 18, 2009

Φοινικικό "αλφάβητο" μια ιστορική απάτη II

η γραφή επί τα λαιά, είναι ο αρχαιότερος τρόπος γραφής. Τον τρόπο αυτόν της γραφής, συνεχίζει ο καθηγητής, είχαν ανέκαθεν και μονίμως οι Έλληνες της Κύπρου στο έπιχώριο συλλαβικό αλφάβητο, καθώς και οι Φοίνικες, που τον εκληροδότησαν στους διαδόχους και στους συγγενικούς προς αυτούς λαούς.92 Γι’ αυτόν ίσως τον λόγο παρατηρείται και αυτή η ομοιότης στην φορά των γραμμάτων στις αρχαιότερες Ελληνικές και Φοινικικές επιγραφές.93 Σύμφωνα με τον Αρβανιτόπουλο, οι Έλληνες εγκατέλειψαν πολύ νωρίς αυτόν τον τρόπο γραφής, διότι παρετήρησαν οτι ήταν δυσχερής και επίπονος τόσο για τα χέρια όσο και για την όρασι. Σε αυτό τους καθωδήγησε ακόμη μία φορά η ατέρμονη παρατήρησις της φύσεως. Βλέποντας τον τρόπο με τον οποίο ο αροτριών βους, μετά τον σχηματισμό της πρώτης αύλακος στο χωράφι, εκτελούσε και τις υπόλοιπες κάνοντας στροφή στο τέρμα καθεμιάς αύλακος, άρχισαν να γράφουν βουστροφηδόν. Καθώς έγραφαν κατ’ αυτόν τον τρόπο οι Έλληνες, παρετήρησαν οτι η εξ αριστερών προς τα δεξιά γραφή διευκόλυνε σε μεγάλο βαθμό και την ορασι και το χέρι. Γι’ αυτό έμειναν σταθεροί σε αυτόν τον τρόπο γραφής από τα 550 π.Χ. Αυτόν τον τρόπο έδιδάχθησαν από τους Έλληνες και εξακολουθούν να χρησιμοποιούν μέχρι σήμερα, σύμφωνα με τον καθηγητή Αρβανιτόπουλο, όλοι οι πολιτισμένοι λαοί. Αυτήν την νέα, αλλά τόσο παλαιά μέθοδο με την οποία γράφουμε εμείς μέχρι σήμερα, οι αρχαίοι Έλληνες την ωνόμαζαν «ες ευθύ».94

Ένα από τα πλέον ισχυρά επιχειρήματα των Φοινικιστών περί προϋπάρξεως της φοινικικής γραφής είναι η χρονολογησις των παλαιοτέρων επιγραφών των Γεωμετρικών χρόνων, οι οποίες έχουν ευρεθή επί των Ελληνικών εδαφών. Σύμφωνα με τον J.-N. Coldstream, πρέπει να φαντασθούμε οτι σε κάποιο μέρος κάποιος αγράμματος, μέχρι τότε, Έλληνας απεστήθισε τα ονόματα των φοινικικών γραμμάτων, επαναλαμβάνοντας τα με την σειρά, που τα άκουσε και έμαθε να συνδέη το κάθε όνομα με ένα από τα σύμβολα, που έζωγράφισε ο Φοίνιξ δάσκαλος του. Γρήγορα πρέπει να κατάλαβε την αρχή της ακροφωνίας, σύμφωνα με την οποία κάθε σύμβολο εκπροσωπεί τον πρώτο ήχο του ονόματος στο οποίο αναφέρεται: π.χ. β για το μπετ, γ για το γκίμελ, δ για το dα-λετ... Μας ενδιαφέρει, συνεχίζει σε άλλο σημείο, η συνεχής γραφή των χαραγμάτων επάνω σε αγγεία και όχι η γραφή των μνημειακών επιγραφών σε λίθο, γιατί εξ αρχής υποθέσαμε την παρουσία ενός Φοίνικα δασκάλου.95 Οι αρχαιότερες αποδείξεις περί υπάρξεως Ελληνικού αλφαβήτου είναι Ευβοϊκού τύπου και τοποθετούνται γύρω στον 8ο π.Χ. αι., έπονται δηλαδή κατά έναν αιώνα των φοινικικών. Ανάμεσα σε αυτά τα ευρήματα περιλαμβάνονται η οινοχόη του Δίπυλου (740 π.Χ. περ.),96 η επιγραφή από την αρχαϊκή Ελληνική αποικία στις Πιθηκούσες (Ισχία), η οποία χρονολογείται ανάμεσα στα 740 και 730-720 π.Χ., το περίφημο κύπελλον του Νέστορος, καθώς και κάποια όστρακα από το Λευκαντί, που χρονολογούνται γύρω στα 750 π.Χ. η και ακόμη παλαιότερα, αν και αυτή η χρονολόγησις, σύμφωνα με την Maria Giulia Amadasi Guzzo, είναι υποθετική.97 Ανάμεσα σε αυτά τα ευρήματα περιλαμβάνεται μια παράξενη άνακάλυψις των τελευταίων χρόνων στην νε-κρόπολι της Osteria dell'Osa. Πρόκειται για μια ελληνική επιγραφή γραμμένη με το ευβοϊκό αλφάβητο, η οποία ευρέθη χαραγμένη επάνω σε ένα αγγείο μάλλον εντόπιας τεχνοτροπίας, το όποιο χρονολογείται πριν από το 750 π.Χ. Σύμφωνα με την Maria Giulia Amadasi Guzzo, το εύρημα αυτό αποδεικνύει οτι πριν από τον Ελληνικό αποικισμό στις Πιθηκούσες, γύρω στα 770 π.Χ., το ευβοϊκό αλφάβητο είχε ήδη φθάσει στην περιοχή των Cabii, χάρις στο εμπόριο με την Κομπανία, με την περιοχή οπού θα ιδρύετο η αποικία των Κυμαίων. Ένα εμπόριο που είχε αναπτυχθή απ’ εύθείας ανάμεσα στους ντόπιους και τους κατοίκους της Εύβοιας. Η επιγραφή στο αγγείο έχει φορά από τα αριστερά προς τα δεξιά, γεγονός που μας επιτρέπει να υποθέσουμε την υιοθέτησι μιας αλφαβητικής γραφής το λιγώτερο στο πρώτο μισό του 8ου π.Χ. αι., εάν οχι ακόμη παλαιότερα. Και εφ’ όσον πρόκειται για γραφή Ευβοϊκού τύπου, μπορούμε να υποθέσουμε ότι το αλφάβητο είχε τότε υιοθετηθή από τους Ευβοείς. Μάλιστα κάποιοι μελετητές αναζητούν την προέλευσι του Ελληνικού αλφαβήτου στην Δύσι εξ αιτίας του ευρήματος από την Osteria dell'Osa.98 Βάσει λοιπόν αυτού του στοιχείου, η Maria Giulia Amadasi Guzzo, θεωρεί οτι οι Έλληνες έμαθαν να γράφουν στο πρώτο τέταρτο του 8ου π.Χ. αι., και οτι οι Ευβοείς ήσαν οι πρώτοι που υιοθέτησαν το φοινικικό αλφάβητο. Η παλαιότερη έρευνα, κυρίως βάσει των μελετών του Ρ. Κ. Me Carter, είχε προτείνει ως χρονολογία διαδόσεως της φοινικικής γραφής το 1100 π.Χ. Η παρατήρησις αυτή ώφείλετο στις ομοιότητες, που είχαν σημειωθή ανάμεσα στο σχήμα των γραμμάτων των αρχαιοτέρων Ελληνικών επιγραφών και κάποιων άλλων, οι οποίες ευρέθησαν στην Παλαιστίνη, των λεγομένων χαναανιτικών η πρωτοχαναανιτικών, που χρονολογούνται γύρω στον 12ο -11ο αι. π.Χ.100 Πρόκειται για την επιγραφή στο όστρακο του Izbet Sartah, και της φιάλης του Qubur el-Walaideh. Σε αυτές τις επιγραφές, η φορά των γραμμάτων δεν είναι πλέον από τα δεξιά προς τα αριστερά και το σχήμα τους δεν είναι σταθερό. Κι όμως η προσεκτική και συγκριτική μελέτη των γραμμάτων επί των επιγραφών αποδεικνύει οτι πρόκειται για την αρχαία προευκλείδειο γραφή. Άλλωστε και οι ίδιοι οι αρχαίοι Έλληνες, αποκαλούσαν τα προευκλείδεια Ελληνικά «γράμματα αρχαία». Αναφέρεται στα Σχόλια εις την Γραμματικήν Τέχνην του Διονυσίου του Θρακός οτι αυτήν την διαίρεσι είχε εκτελέσει ο Απολλώνιος ο Μεσσηνίας. Σχετικά μάλιστα με την τελειότητα αυτών των αρχαίων γραμμάτων, ελέγετο οτι είχε επιμεληθή του κάλλους τους ο ίδιος ο Πυθαγόρας, «εκ της κατά γεωμετρίαν γραμμής, ρυθμίσας αυτά γωνίας και περιφερείαις και ευθείαις».101 Η Maria Giulia Amadasi Guzzo, θεωρεί ότι η παλαιοτέρα Ελληνική γραφή εμφανίζεται στην Ελλάδα περί τον 8ο αι. π.Χ., γεγονός που επιβεβαιώνει, σύμφωνα με την άποψί της, και η φιλολογική παράδοσις. Έτσι οι πρώτοι νικητές των Ολυμπιακών αγώνων εμφανίζονται στα 776 π.Χ. Οι πρώτοι νόμοι συντάσσονται από τον Ζάλευκο και τον Δράκοντα τον 7ο π.Χ. αι., και τα Ομηρικά έπη τοποθετούνται βάσει φιλολογικής αναλύσεως στον 8ο π.Χ. αι.102 Δυστυχώς τα δύο τουλάχιστον από τα τρία αυτά επιχειρήματα, επάνω στα όποια έχει στηριχθή η επιστήμη του φοινικίζειν είναι άπλα μυθεύματα. Ας τα εξετάσουμε προσεκτικά. Οι πρώτοι νικητές των Ολυμπιακων αγώνων εμφανίζονται, σύμφωνα με την παράδοσι, στα 776 π.Χ. Τόσο αυτή η χρονολόγησις, όσο και η έξέλιξις της Ολυμπίας αυτήν την περίοδο σε πανελλήνιο ιερό, ωφείλετο σε μία συμφωνία, που συνήψε ο βασιλεύς της Ηλείας Ίφιτος με τον Σπαρτιάτη νομοθέτη Λυκούργο και τον Πισάτη βασιλέα Κλεισθένη. Με την συνθήκη αυτή, της οποίας το κείμενο εγράφη σε έναν δίσκο και εφυλάσσετο στο Ηραίο, συνεφωνήθη η εκεχειρία, η θεόσταλτη ειρήνη. Ο λόγος ήταν οι συχνές συγκρούσεις ανάμεσα στους Ηλείους και τους Πισάτες για τον έλεγχο των Ολυμπιακών αγώνων, που σαφώς απέφερε και οικονομικά οφέλη. Σύμφωνα με την παράδοσι, οι αγώνες αρχίζουν το έτος 776 π.Χ. με ένα μοναδικό αγώνισμα, τον δρόμο του ενός σταδίου, στο όποιο εκέρδισε ο Ηλείος Κόροιβος.

Η γνησιότητα του καταλόγου των Ολυμπιονικών, που συνέταξε το 400 π.Χ. ο Ιππίας ο Ηλείος, αμφισβητήθηκε ήδη στην αρχαιότητα. Αν σκεφθούμε το πλήθος των αγωνισμάτων, που περιγράφει ο Όμηρος στα έπη του και συγκεκριμένα στα άθλα επί Πατρόκλω, μας παραξενεύει το γεγονός οτι τον 8ο π.Χ. αι. διεξήγετο μόνον ένα αγώνισμα, αυτό του δρόμου. Επίσης, είναι ακατανόητο το οτι στον κατάλογο του Ίππίου η ιπποδρομία αρχίζει με το τέθριππο και όχι με την συνωρίδα, διότι το ευκίνητο αυτό άρμα είναι σύνηθες όχημα της αρχούσης τάξεως και μόνο αυτό το είδος υπήρχε βάσει των αρχαιοτέρων αναθημάτων, τα οποία ευρέθησαν στην Ολυμπία. Αυτές λοιπόν καθώς και άλλες ανακολουθίες, ωδήγησαν στο να αμφισβητηθή η χρονολογία ενάρξεως των Ολυμπιακων αγώνων ήδη από την αρχαιότητα. Ο ίδιος δε ο Παυσανίας επιβεβαιώνει ότι όταν ο Ίφιτος ανανέωσε τους αγώνες, ο κόσμος είχε ξεχάσει τι γινόταν παλαιότερα. Με την πάροδο του χρόνου όμως άρχισαν να θυμούνται τα αγωνίσματα και κάθε φορά που εθυμούντο κάτι έκαναν και μια προσθήκη στους αγώνες. Έτσι φαίνονται να ξεκινούν οι αγώνες πρώτα με το αγώνισμα του δρόμου, στο όποιο ανεδείχθη νικητής ο Ηλείος Κόροιβος. Εάν μελετήσουμε όμως προσεκτικά τις πληροφορίες που μας παραδίδει ο Παυσανίας, διαπιστώνουμε οτι τόσο ο βασιλεύς με τον όποιο ξεκινούν οι Ολυμπιακοι αγώνες (Ίφιτος), όσο και ο πρώτος νικητής (Κόροιβος), καθώς και ο συντάκτης του καταλόγου των Ολυμπιονικων (Ιππίας) κατάγονται από την Ηλεία. Εύλογα θεωρούμε γίνεται αντιληπτή μία τοπικιστική προπαγάνδα (ως αποτέλεσμα της προαιώνιας Ελληνικής διχόνοιας), τα ίχνη της οποίας αναζητούνται τουλάχιστον στον 8ο π.Χ. αι., αλλά ταλαιπωρούν ακόμη τους Νεοέλληνες. Όσον αφορά στο δεύτερο επιχείρημα, σύμφωνα με το οποίο οι πρώτοι νόμοι συνετάχθησαν από τον Ζάλευκο και τον Δράκοντα τον 7ο π.Χ. αι., ούτε και αυτό φαίνεται να ευσταθή. Η αρχαιότερα καταγραφή νομοθεσίας βάσει των αρχαίων ελληνικών πηγών είχε γίνει από τον Μίνωα. Ο Όμηρος αναφέρει στην Οδύσσεια103 οτι σ Μίνως «εννέωρος βασίλευε Διος μεγάλου οαριστής». Σύμφωνα με μία ερμηνεία του επιθέτου «εννέωρος», ο Μίνως κάθε εννέα χρόνια πήγαινε ψηλά στο ορός του Διος (Δίκτη, Ιδαίον άντρον), από όπου και παρελάμβανε τους νόμους της πόλεως από τον ίδιο τον θεό. Έπειτα βάσει των αιρετών αντιπροσώπων του θεού στην γη, δηλαδή του Μίνωος, του Ραδαμάνθυος, και της εκτελεστικής μηχανής τους, του Τάλω, οι πολίτες υπάκουαν στους νόμους. Την γνώσι αυτή διέδωσαν οι Κρήτες, σύμφωνα με τον Διόδωρο τον Σικελιώτη μέχρι την νοτιοανατολική Αραβική χερσόνησο, οπού οι κάτοικοι της, μιλούσαν ακόμη στην εποχή του την Κρητική γλώσσα, και προς επίρρωσιν των ισχυρισμών τους έδειχναν και επιγραφές, τις όποιες έλεγαν, εχάραξε ο Ζευς, όταν έμενε ανάμεσα στους ανθρώπους.104

Όσον άφορα στα ομηρικά έπη, και επειδή δεν είναι του παρόντος να αναλύσουμε το ομηρικό ζήτημα, η γενικώς αποδεκτή θεωρία οτι αυτά χρονολογούνται στον 8ο π.Χ. αι., διότι τότε εδιδάχθησαν οι Έλληνες την γραφή, φαίνεται να καταρρέη έπειτα από τις νέες αρχαιολογικές ανακαλύψεις, που ανεφέρθησαν προηγουμένως.105 Ειδικά το πτυκτό πινάκιο, που ανεσύρθη από τον βυθό της θαλάσσης στις Μικρασιατκές ακτές, αποδεικνύει την ύπαρξι τετραδίων υψηλής αισθητικής και ποιότητος κατά τους Μυκηναϊκούς χρόνους. Η ανακάλυψις της γραφικής ύλης υποδεικνύει λοιπόν έμμεσα και την γνώσι της γραφής επί τετραδίου ήδη από τον 14ο π.Χ. αι. Έτσι επιβεβαιώνεται και ο Χόρστ Μπλανκ, ο όποιος είπε ότι σήμερα ένα μεγάλο μέρος φιλολόγων κλίνει προς την ύπόθεσι οτι η σύνταξις των ομηρικών επών είχε ήδη καταστήσει απαραίτητη την γραπτή παγίωσι του κειμένου... οι ραψωδοί κουβαλούσαν μαζί τους το γραπτό χειρόγραφο αντίτυπο τους.106

Η δημιουργία του αλφαβήτου και η προέλευσις των ονομάτων ήταν προφανώς ένα πρόβλημα, που είχε απασχολήσει και τους Αρχαίους Έλληνες. Θα λέγαμε οτι οι ρίζες της γενέσεως της επιστήμης της γλωσσολογίας θα πρέπει ήδη να αναζητηθούν στην εποχή, κατά την οποία έζησε ο Πλάτων. Με το έργο του «Κρατύλος η Περί Ονοματων Όρθότητος», ο μέγας φιλόσοφος θέτει τον προβληματισμό σχετικά με το εάν η γλώσσα είναι «φύσει» η «έθει», δηλαδή εάν είναι φυσικό δημιούργημα, οπότε η γνώσις των πραγμάτων καθίσταται αντικειμενική η δημιούργημα του ανθρωπίνου πνεύματος, οπότε μόνον υποκειμενική γνώσις είναι δυνατή.107 Εάν φθάσουμε στην ουσία των ονομάτων, που τα έχει πλάσει η ίδια η φύσις, τότε θα έχουμε την αντικειμενική γνώσι. Διότι, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, για να είναι ένα όνομα ορθό, πρέπει να είναι τέτοιο, που να φανερώνη την ουσία του πράγματος. Τα ονόματα είναι μία πράξις μιμήσεως με την βοήθεια της φωνής. Αλλά η μίμησις αυτή δεν πρέπει να είναι μίμησις της φωνής ή του ήχου ή του χρώματος του πράγματος, αλλά μίμησις με γράμματα και συλλαβές της ουσίας του πράγματος. Τα δε ονόματα τα χρησιμοποιούμε ως όργανα με τα οποία καθορίζουμε την φυσική υπόστασι των πραγμάτων. Το ίδιο συμβαίνει και με τα στοιχεία του αλφαβήτου: τα εκφωνούμε με ονόματα και δεν τα προφέρουμε αυτά τα ίδια σαν φθόγγους εκτός από τέσσερα δηλαδή το Ε και το Ι και το Ο και το Ω. Στα άλλα όμως φωνήεντα και τα άφωνα, γνωρίζεις ότι αφού προσθέσουμε κι άλλα γράμματα τα προφέρουμε κάνοντας τα έτσι ονόματα. Αλλά, έως ότου εκφράσωμε την δύναμι, που φανερώνει αυτό, δηλαδή κάθε στοιχείο, είναι ανάγκη να προσθέτωμε γράμματα, ώστε να σχηματισθή το όνομα, που θα μας φανερώνη την ουσία του καθαρά. Παραδείγματος χάριν το «βήτα». Βλέπεις ότι ενώ προσετέθησαν σε αυτό τα γράμματα Η, Τ, Α, καθόλου δεν έβλαψαν ώστε να μη φανέρωση με ολόκληρο όνομα την φύσι του στοιχείου αυτού την οποίαν ήθελεν ο νομοθέτης να εκφράση. Έτσι κατωρθώθη με επιτηδειότητα να δοθούν στα γράμματα ονόματα.108

Γράφοντας σήμερα εις την Έλληνικήν γλώσσα σύμφωνα με τον καθηγητή Αρβανιτόπουλο, μεταχειριζόμεθα τα εκ μακραίωνος παραδόσεως γνωστά 24 γράμματα του Ελληνικού αλφαβήτου, τα οποία οι αρχαίοι Έλληνες ωνόμαζαν ως εξής: άλφα, βήτα, γάμμα, δέλτα, ει, ζήτα, ήτα, θήτα, ιώτα, κάππα, λάμβδα, μυ, νυ, ξει, ου, πει, ρω, σίγμα, ταυ, υ, φει, χει, ψει, ω. Τέσσερα από αυτά τα γράμματα, μετωνομάσθησαν αργότερα από τους αρχαίους γραμματικούς, προκειμένου να γίνουν σαφέστερα. Το ει έγινε ε ψιλον, το ου, ο μικρόν, το υ, υ ψιλόν, και το ω, ω μέγα. Οι ονομασίες αυτές ευρίσκονται ήδη στα Σχόλια εις την Γραμματικήν Τέχνην του Διονυσίου του Θρακός και χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα από τους Νεοέλληνες αναλλοίωτες.109 Γράφοντας λοιπόν σήμερα εις την Έλληνικήν Γλώσσαν, διατηρούμε ζωντανή μία γραμματική 2.406 ετών (2003 + 403/2), επειδή το 403/2 π.Χ. -όταν επώνυμος άρχοντας των Αθηναίων ήταν ο Ευκλείδης - ο ρήτωρ, πολιτικός, συγγραφεύς και στρατηγός Αρχίνος υπέβαλε πρότασι με την οποία καθωρίζοντο τα 24 γράμματα του αλφαβήτου για την συγγραφή των επισήμων κειμένων και την διδασκαλία των παιδιών. Η πρότασις έγινε τότε αποδεκτή στην Εκκλησία του Δήμου και κα θιερώθηκε ως νόμος. Όταν λοιπόν γράφουμε σήμερα με κεφαλαία γράμματα Ελληνικά, είναι σαν να χρησιμοποιούμε την κεφαλαιογράμματη γραφή του Αρχίνου, ηλικίας 2.406 ετών.110

Βάσει λοιπόν της μεταρρυθμίσεως του Αρχίνου, οι Ελληνικές επιγραφές διαιρούνται σε Προευκλειδείους (δηλ. προ του 403 π.Χ.), και σε Μετευκλειδείους (δηλ. μετά το 403 π.Χ.). Η ομάδα των προευκλειδείων επιγραφών διακρίνεται σε τοπικά αλφάβητα, το Αττικονησιωτικόν ή Αττικόν, το Ιωνικόν, το Κορινθιακόν και το Χαλκιδικόν η Δυτικόν λόγω της εκτεταμένης διαδόσεως του στην Δύσι111 μέσω των εκεί Ελληνικών αποικιών.112 Ιδιαιτέρως σπουδαία θέσι για την έξέλιξι της Ελληνικής γλώσσης στην σύγχρονη γεωπολιτική κατάστασι έχει η διάδοσις του Χαλκιδικού αλφαβήτου κατά την διάρκεια των υστέρων γεωμετρικών και αρχαϊκών χρόνων. Σύμφωνα με τον Αρβανιτόπουλο, η γραφή του χαλκιδικού αλφαβήτου, μετεδόθη πρωϊμώτατα στους ντόπιους Ιταλικούς λαούς και δη στους Τυρρηνούς (Έτρούσκους), Λατίνους, Οϋμβρίους, Όσκους, Φαλίσκους και κυρίως στους Ρωμαίους. Έτσι ανεπτύχθη από το χαλκιδικό αλφάβητο το Λατινικό. Αυτό μετέδωσαν αργότερα οι Ρωμαίοι στους λαούς της Δυτικής Ευρώπης και έτσι και αυτοί οι άποικοι τους το μεταχειρίζονται μέχρι σήμερα. Προς επίρρωσιν των λεγομένων μας παραθέτουμε ένα απόσπασμα από ένα δοκίμιο του Πρυτάνεως του Πανεπιστημίου του Σικάγου κ. Ι. Καλαρά: Mathematic and geometric theorems and axioms, both practical and theoretic were analyzed by mathematicians. Alphanumeric systems with cryptic or mnemonic coding have been developed. Geometric schemes like the prism, the pyramid, the circle, the parallilogram and other isometric schemes like the pentagon, hexagon, octagon, are analyzed periodically. With diagrams, the periphery, the perimetry, the diameter and the dichotomy are studied.113

Άρα γε γνωρίζει η κ. Διαμαντοπούλου όταν υποστηρίζη τα περί εισαγωγής της Αγγλικής ως επισήμου γλώσσης του Ελληνικού κράτους, οτι όλα τα αλφάβητα των Ευρωπαϊκών εθνών κατάγονται από το Ελληνικό Χαλκιδικό αλφάβητο;114 Εμείς οι Νεοέλληνες δε, εξακολουθούμε να χρησιμοποιούμε ένα αλφάβητο, το οποίο ιστορικά μαρτυρείται (προς το παρόν) από τον 8ο π.Χ. αί. Η καταγωγή δε της γραμματικής και του συντακτικού της Ελληνικής γλώσσης χάνεται στα βάθη των αιώνων, όπως αναδύεται μέσα από τις κλιτές λέξεις και τους επιθετικούς προσδιορισμούς των πινακίδων της Γραμμικής Β΄.

Η Ελληνική γλώσσα έγινε ωστόσο για πρώτη φορά παγκόσμια, ένα είδος lingua franca της εποχής, μέσα από τα μεγάλα εξερευνητικά ταξείδια και τις εκστρατείες του Μεγάλου Αλεξάνδρου και των διαδόχων του. Και την Κοινήν Ελληνική Λαλιά ως μέσα στην Βακτριανή την πήγαμεν, ως τους Ινδούς (Κ. Π. Καβάφης). Οι Ρωμαίοι κατακτητές των Ελλήνων, μαγεμένοι από το υψηλό επίπεδο του Ελληνικού πολιτισμού, θα υποταχθούν με την σειρά τους σε αυτόν αντί να τον υποτάξουν, όπως είπε ένας Γάλλος ιστορικός του προηγουμένου αιώνος. Έτσι θα επιβιώση η Ελληνική γλώσσα μέχρι τους Βυζαντινούς χρόνους στους Έλληνες-Βυζαντινούς, όπως μας αποκαλεί το ίδιο το Κοράνι. Χάρι σε αυτούς θα διασωθή η Ελληνική γραφή και μέσω της αντιγραφής των κειμένων πολλών αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Εάν δεν είχαν μεσολαβήσει αυτοί, θα ήταν δυσχερέστατη η μεταγραφή των Ελληνικών γραμμάτων, τα όποια την περίοδο του Μεσαίω-νος εθεωρούντο ακατανόητα, όπως τα ιερογλυφικά.

Άλλωστε την συμβολή όλων των Ελλήνων διαχρονικά για την σωτηρία της γλώσσης έχει υμνήσει με τον δικό του μοναδικό τρόπο ο Οδ. Ελύτης:

Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Όμηρου.

Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα Δόξα Σοι!

Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα λόγια του Ύμνου!

1 Αυτό προκύπτει από την παρατήρησι του Φαίδρου στο τέλος: Ω Σώκρατες, ραδίως συ Αιγυπτίους καί οποδαπούς, αν έθέλης, λόγους ποιείς (375 b). Βλ. Διδακτική Πρακτική Σ.Έ.Λ.Μ.Ε. Θεσσαλονίκης περί Ανθολογίου Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων Γ΄ Λυκείου, 1989, σ. 267.

2 John Noble Wilford, The New York Times, μτφρ. εφ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ: Πότε ο άνθρωπος έγινε άνθρωπος, φ. 3. Μαρτίου. 2002

3 Α.-Σ. Αρβανιτοπούλου, Επιγραφική, εν Αθήναις, 1937, σ. 12-13.

4 Πλάτωνος Κρατύλος

5 Γ.Κουρτέση-Φιλιππάκη, Ή Τέχνη, περ. ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ τ.58, Μάρτιος 1996, σ. 85.

6 Α. Πουλιανός, Εργαλειοτεχνία, ΑΝΘΡΩΠΟΣ, τ.13, 1991-1997, σ. 52.

7 σ. 260, πρβλ. Winn M., The Signs of the Vinca culture: an internal

analysis; their role, chronology and independence from Mesopotamia. Ph. D. Diss. University of California, Los Angeles, 1973.

8 Α.Α.Ζώη, Προϊστορική καί Πρωτοϊστορική Αρχαιολογία, Γιάννενα, 1982, σ. 184-5, είκ. 32, 33, σημ. 120-123. πρβλ. Leroi-Gourn, Prihistoire de l'art, 310-311; Kuehn, Erwachen und Aufstieg, 211-213; Narr, Handbuch, l, 324-326; Mueller-Karpe, Handbuch, l, 276, no. 74; Bordes, Le Pateolithique, 166; Sonneville-Bordes, L'ίge de la pierre, 107-108; Hawkes-Wooley, History, 175-6.

9 Μηνάς Δ. Τσικριτσής, ΓΡΑΜΜΙΚΗ Α΄, Ηράκλειο, 2001, σ. 230, σημ. 8. πρβλ. Sarianidis V., Margiana and Protozoroastrism, Αθήναι, 1999, σ. 88.

10 Ο.π., πρβλ. Kόhn, Erwachen und Aufstieg, 212, όπου και βιβλιογραφία.

11 Πρβλ. Eleni Karantzola, Adamadlos Sampson, loannis Liritzis, Some recorded signs of early writing in Greek prehistory: theoretical considerations on a temporal and spatial dimension, Διεθνές Συνέδριο Πανεπιστημίου Αιγαίου: Κάτοικοι καί Κατοίκηση στον Ελλαδικό χώρο 9000-1000 π.Χ., ΡΟΔΟΣ 7-11 Οκτωβρίου 2002, περιλήψεις συνεδρίου, σ. 30. πρβλ. Την δυνατότητα υπάρξεως επικοινωνίας σε αυτούς τους χρόνους όχι μόνον μέσω των χερσαίων, αλλά καί των θαλασσίων οδών, ήδη από τους παλαιολιθικούς χρόνους, όπως απέδειξαν οι εργασίες του διεθνούς συνεδρίου: Θαλάσσιες Μεταφορές καί επικοινωνίες στην Μεσόγειο: Από την Παλαιολιθική εποχή ως τα πρώιμα Ρωμαϊκά χρόνια, πού έλαβε χώρα στην Μήλο στα τέλη Σεπτεμβρίου του 2002.

12 Γ.Χ.Χουρμουζιάδης, Το Δισπηλιό Καστοριάς. Ένας λιμναίος προϊστορικός οικισμός, Θεσσαλονίκη, 1996, σ. 46.

13 Γ.Χ.Χουρμουζιάδης, Δισπηλιό 7500 χρόνια μετά, Θεσσαλονίκη, 2002, σ. 260, 254.

14 Μ.Τσικριτσή, Γραμμική Α'. Συμβολή στην κατανόηση μιας αίγαιακής γραφής, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, Ηράκλειο, 2001, σ. 25.

15 Renfrew Κ., Προβλήματα της Ευρωπαϊκής Προϊστορίας, Αθήνα, 1979. πρβλ. Μ.Τσικριτσή, Γραμμική Α'. Συμβολή στην κατανόηση μιας αίγαιακής γραφής, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, Ηράκλειο, 2001, σ. 25, σημ. 3.

16 Winn M., The signs of the Vinca Culture: an internal analysis: their role, chronology and independence from Mesopotamia. Ph. D. Diss. University of California, Los Angeles, 1973.

17 Hie Tudor, Tezaurul de la Isaiia, στο Mica Enciclopedie "AS", Anuν XI, nr. 493, Δεκέμβριος 2001, σ. 15.

18 Bogdan Nikolov, Αρχαίοι Πολιτισμοί του Κριβοντόλ, (ρωσσικά) 1984, σ. 46, 88.

19 Απ. Λυκέσα, Προϊστορική Σφραγίδα, εφ. ΕΘΝΟΣ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ, φ. 17. Φεβρουαρίου 2002. βλ. Πρακτικά 15ης 'Επιστημονικής Συναντή-σεως για το Αρχαιολογικό Έργο στην Μακεδονία καί την Θράκη, 16 Φεβρουαρίου 2002.

20 Μ.Τσικριτσή, Γραμμική Α΄. Συμβολή στην κατανόηση μιας αίγαιακής γραφής, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, Ηράκλειο, 2001, σ. 24-25.

21 Ό.π., σ. 24-25, σημ. 1, 2. πρβλ. Sir FI. Petrie, The Formation of the Alphabet, στο Mason W.A. 329, London, 1919.

22 Απ. Λυκέσα, Προϊστορική Σφραγίδα, εφ. ΕΘΝΟΣ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ, φ.17. Φεβρουαρίου 2002. πρβλ. Μ.Τσικριτσή, Γραμμική Α΄. Συμβολή στην κατανόηση μιας αίγαιακής γραφής, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, Ηράκλειο, 2001, σ. 25, σημ. 4. πρβλ. εφ. ΑΔΕΣΜΕΥΤΟΣ, φ. 21.9.1995.

23 Μ.Τσικριτσή, Γραμμική Α΄. Συμβολή στην κατανόηση μιας αίγαιακής γραφής, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, Ηράκλειο, 2001, σ. 25. Ανάλογα χρυσά ένώτια ή περίαπτα έχουν βρεθή στο προϊστορικό σπήλαιο της Θεόπετρας του Νόμου Τρικάλων, αλλά καί στην Βάρνα της Βουλγαρίας, καθώς καί στην Ρουμανία.

24 Απ. Λυκέσα, Προϊστορική Σφραγίδα, εφ. ΕΘΝΟΣ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ, φ. 17. Φεβρουαρίου 2002.

25 Dr. Eleni Karantzola, Prof. Dr. Ad. Sampson, Prof. Dr. I. Liritzis, Some recorded sgns of early writing in Greek Prehistory : theoretical considerations on a temporal and spatial dimension, Διεθνές Συνέδριο Πανεπιστημίου Αιγαίου, ΡΟΔΟΣ, 7-11 'Οκτωβρίου 2002, βλ. Περιλήψεις Συνεδρίου, σ. 30.

26 Πρβλ. Γ.Χ. Χουρμουζιάδη, Δισπηλιό. 7500 χρόνια μετά, Θεσσαλονίκη, 2002, σ. 260, είκ. 9, καί Ι.Ε.Ε., τ. Α', σ. 151.

27 Marie-Joseph Steve, Le Syllabaire proto-ιlamite linιaire, βλ. Πρακτικά Συνεδρίου για την Γραπτή Επικοινωνία στην Μεσόγειο, 'Ελληνική Βίλλα Κήρυλος, 14-15 Μαίου 1996, Ίδρυμα Θεοδώρου Ράϊναχ, 2000, σ. 73-84.

28 George Thomson, Ή 'Ελληνική Γλώσσα. Αρχαία καί Νέα, Αθήνα, 1989, β', έκδ., σ. 69.

29 Ι.Έ.Ε., τ.Α', σ. 147. 30Ι.Ε.Ε..Τ. Α',σ. 151.

31 "Εφη Πολυγιαννάκη, όστρακο «Γράμμα» από τη Μαύρη Θάλασσα, ΑΝΘΡΩΠΟΣ, τ. 13 1991-1997, σ. 298-304.

32 Louis Godart, Ό Δίσκος της Φαιστού, σ. 31.

33 Ε. Πολυγιαννάκη, Ό Δίσκος της Φαιστού μιλάει 'Ελληνικά, Αθήναι, 1996, σ. 337.

34 Ν.Παπαχατζή, Παυσανίου. 'Ελλάδος Περιήγησις, Χ, 28. 2.

35 Τρυφ. Μαραγκού, Λαϊκά Παραμύθια καί Τραγούδια της Φαραωνικής Εποχής, έκδ. Θουκυδίδης, 1983, σ.32-36.

36 Τρυφ. Μαραγκού, Λαϊκά Παραμύθια καί Τραγούδια της Φαραωνικής Εποχής, έκδ. Θουκιδίδης, 1983, σ. 31.

37 Βάσει της Ινδοευρωπαϊκής θεωρίας.

38 W.Wright, The Empire of the Hittites, London, 1884; πρβλ. Ι.Ε.Ε., τ.Α', σ. 151.

39 S.N.Kramer, The Sumerians, London, 1963, fig.3.

40 A.Evans, Primitive Pictographs and Script, J.H.S., 1894, σ. 284.

41 Ο.π.

42 Ο.π.

43 Scripta Minoa, I.

44 I.E.E., τ. Α', σ. 209.

45 I.E.E., τ. Α', σ. 150.

46 Ο.π.

47 I.E.E., τ.Α', σ. 150, 209, βλ. είκ.

48 John Chadwick, ΓΡΑΜΜΙΚΗ Β'. Ή πρώτη Ελληνική Γραφή, Αθήναι, 1962, σ. 3.

49 Μηνάς Δ. Τσικριτσής, Γραμμική Α'. Συμβολή στην κατανόηση μιας αίγαιακής γραφής, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, Ηράκλειο, 2001.

50 Έπετηρίς Αγγλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών, τ. IV, σ. 57-59.

51 John Chadwick, ΓΡΑΜΜΙΚΗ Β'. Ή πρώτη Ελληνική Γραφή, Αθήναι, 1962, σ. 37κ.έξ.

52 Ι.Ε.Ε., τ. Α', σ. 296. περισσότερες λεπτομέρειες για την μέθοδο άπο-κρυπτογραφήσεως βλ. εις John Chadwick, ΓΡΑΜΜΙΚΗ Β'. Ή πρώτη Ελληνική Γραφή, Αθήναι, 1962, σ. 43 κ.έξ.

53 Ή Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας καί Γραφής, Die Geschichte der Hellenischen Sprache und Schrift, 3-6.10. 1996, Ohlstadt, Oberbayern-Deutschland, σ. 27-38 (αντίλογος στην άνακοίνωσι του G.Neumann, Zur Vor-und Frueh-geschichte der griechischen Sprache: Neuerungen in Morphologie und Wortschatz).

54 Γ.Μπαμπινιώτη "Εκθεση «Ιστορία της Γραφής». Δυο μικρά κείμενα του Πρυτάνεως του Πανεπιστημίου Αθηνών, Αθήνα, 2002.

55 Δρ Κ. Γαλλή, Ενδείξεις για την εξάπλωση μέχρι της Θεσσαλίας, ενός (οργανωμένου συστήματος συμβόλων επί αγγείων κατά την εποχή του χαλκού, περ. ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ, τ. 29, Δεκέμβριος 1988, σ. 58-63.

56 Δωρικά στοιχεία έχει εντοπίσει η κ.Έφη Πολυγιαννάκη καί στον Δίσκο της Φαιστού. Βλ. σ. 337-338.

57 Μήνας Δ. Τσικριτσής, Γραμμική Α', Ηράκλειο, 2001, σ. 56.

58 Trude Dothan, Le premiθre apparition de l'ιcriture en Philistine, βλ. Πρακτικά Συνεδρίου για την Γραπτή 'Επικοινωνία στην Μεσόγειο, 'Ελληνική Βίλλα Κήρυλος, 14-15 Μαίου 1996, Ίδρυμα Θεοδώρου Ράίναχ, 2000,σ. 165-169.

59 "Αγ. Τσοπανάκης, Εισαγωγή στον Όμηρο, Θεσσαλονίκη, 1988, σ. 113. Γραφείς ξύλινων πινακίδων αναφέρονται καί σε μια χεττιτική πινακίδα με σφηνοειδή γραφή πού άνεκαλύφθή στο ιερό των Χετταίων του 14ου π.Χ. αιώνος στην Γιαζιλικάγια (Μ.Άσία), όπου έλατρεύετο ο «ίνδοευρωπαίος» Δίας, ο θεός του κεραυνού.

60 Kemal Pulak, To Ναυάγιο του Ούλουμπουρούν, Αρχαία Ναυάγια στην Μεσόγειο, εφ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, φ. 3ής Σεπτεμβρίου 2000, σ. 24-26. πρβλ. την άποψη της Κ.Δήμακοπούλου, ή οποία αμφισβητεί την μυκηναϊκή καταγωγή του ναυαγίου, στον κατάλογο Θεοί καί Ήρωες της 'Εποχής του Χαλκοϋ. Ή Ευρώπη στίς ρίζες του 'Οδυσσέως, Αθήνα, 2000, σ. 36.

61 Γλώσσα. Ή Ελληνική Γραφή έγινε 4000 ετών, "Ενθετο αφιέρωμα εφ. 'Ελευθεροτυπίας, φ. 24ης Ιουλίου 1999, σ. 23.

62Βλ. Κατάλογο: Θεοί καί Ήρωες της 'Εποχής του Χαλκού. Ή Ευρώπη στίς ρίζες του 'Οδυσσέα, Αθήνα, 2000, σ. 36.

63 Kemal Pulak, To Ναυάγιο του Ούλουμπουρούν, Αρχαία Ναυάγια στην Μεσόγειο, εφ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, φ. 3ης Σεπτεμβρίου 2000, σ. 24-26, πρβλ. Κατάλογο: Θεοί καί Ήρωες της Εποχής του Χαλκοϋ. Ή Εύρώ-πή στίς ρίζες του 'Οδυσσέα, Αθήνα, 2000, σ. 36.

64 Ζ', 169: γράψας εν πινάκι πτυκτώ ... σήματα λυγρά.

65 Σχετικά με την σημασία του ρήματος στον Όμηρο, βλ. "Αγ. Τσοπανάκης, Εισαγωγή στον Όμηρο, Θεσσαλονίκη, 1988, σ. 113.

66 βλ. Αγ. Τσοπανάκης, Εισαγωγή στον Όμηρο, Θεσσαλονίκη, 1988, σ. 113.

67 Πρβλ. την αποψι του Trude Dothan, Le premiθre apparition de l' ιcriture en Philistine, βλ. Πρακτικά Συνεδρίου για την Γραπτή 'Επικοινωνία στην Μεσόγειο, Ελληνική Βίλλα Κήρυλος, 14-15 Μαίου 1996, Ίδρυμα Θεοδώρου Ράϊναχ, 2000,σ. 165-169. Πρέπει να συμπεράνουμε, αναφέρει σ καθηγητής πώς στην Παλαιστίνη, ό πάπυρος, εδώδιμα φθαρτός, ήταν ή βασική πρώτη ϋλη γραφής για τους Φιλισταίους. Μήπως συνέβαινε λοιπόν το ίδιο καί στην Κρήτη;

68 Mission de Ras-Shamra, dirigιe par Claude F.-A. Schaeffer, La Legend de Keret, Roi des Sidoniens, Paris, 1936.

69 Βλ. M' hamed Hassine Fantar, Les Phιniciens en Mediterranee, 1997.

70 Stanislav Serget, A Grammar of Phoenician and Punic, Muenchen, 1976

71 Dr. Marta Guzowska, The Contexts of Cretan finds in Cyprus or "the case of a musturd pot", Διεθνές Συνέδριο Πανεπιστημίου Αιγαίου, Ρόδος, 7-11 'Οκτωβρίου 2002, βλ. περιλήψεις Συνεδρίου, σ. 9

72 N.Coldstream, Γεωμετρική Ελλάδα, Λονδίνο, 1977, Αθήνα, 1997, σ. 393,413-6.

73 Βλ. Pierre Grimal, Λεξικόν, λ. Άγαπήνωρ.

74 Ιστορία της Κύπρου. Από την Νεολιθική μέχρι καί την Ρωμαϊκή Εποχή, Λευκωσία, 1992, σ. 57

75 βλ. οδηγό Εκθέσεως Ιστορίας της Γραφής, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα, 2002.

76 Ή Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας καί Γραφής, Die Geschichte der Hellenischen Sprache und Schrift, 3-6.10.1996, Ohlstadt, Oberbayern-Deutschland, σ. 300 (αντίλογος στην άνακοίνωσι της Δρ. I. S.Lemos, What is not dark in the so called Greek DarkAge).

77 Andre Lemaire, Les «Hyksos» et les debuts de l'ιcriture alphabitique au Proche-Orient, βλ. Πρακτικά Συνεδρίου για την Γραπτή Επικοινωνία στην Μεσόγειο, Ελληνική Βίλλα Κήρυλος, 14-15 Μαίου 1996, Ίδρυμα Θεοδώρου Ράιναχ, 2000, σ. 103-133.

78 Ό.π.

79 Ό.π.

80 βλ. 'Οδηγό Εκθέσεως, Ή Ιστορία της Γραφής, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα, 2002, σ. 44-45.

81 Γ. Μπαμπινιώτης, Έκθεση. Ιστορία της Γραφής. Δύο Μικρά κείμενα του Πρυ-τάνεως του Πανεπιστημίου Αθηνών, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα, 2002.

82 Maria Giulia Amadasi Guzzo, La transmission de ('alphabet phιnicien aux Grecs, 15 Μαίου 1996, Ίδρυμα Θεοδώρου Ράιναχ, 2000,σ. 231.

83 Pierre Grimal, Λεξικόν, λ. Κάδμος, σ. 336.

84 Ί. Σταματάκου, Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, λ. Κάδμος.

85 Maria Giulia Amadasi Guzzo, La transmission de ('alphabet phιnicien aux Grecs, 15 Μαΐου 1996, Ίδρυμα Θεοδώρου Ράίναχ, 2000,σ. 239.

86 Α. Τζιροπούλου-Ευσταθίου, Σύντομη Προσέγγισις εις το Ιστορικόν της Ελληνικής Γραφής, εφ. Ελληνική Αγωγή, αρ.φ.49, Μάρτιος 2001, σ.10-11.

87 Ε. Παπαδοπούλου, Μινωική καί Μυκηναϊκή παρουσία στην Εγγύς Ανατολή καί είδικώτερα στην κοιλάδα του Ιορδάνη, βλ. περιλήψεις Διεθνούς Συνεδρίου Πανεπιστημίου Αιγαίου, Ρόδος, 7-11 Οκτωβρίου 2002, σ. 26.

88 J.-N.Coldstream, Γεωμετρική 'Ελλάδα, Λονδίνο, 1977, Αθήνα, 1997, σ. 321-322.

89 Ό.π., σ. 322, σημ. 86, 87.

90 Δ΄, 18,2-3.

91 Ειρήνη Λ. Μπουρδάκου, Ηρακλής. Ό εξερευνητής του Αρχαίου Κόσμου, Αθήνα (υπό έκδοσιν)

92 Α.-Σ.Άρβανιτοπούλου, ΕΠΙΓΡΑΦΙΚΗ, εν Αθήναις, 1937, τ. Ά?, σ. 70-71.

93 Maria Giulia Amadasi Guzzo, La transmission de ('alphabet phιnicien aux Grecs, 15 Μαΐου 1996, Ίδρυμα Θεοδώρου Ράιναχ, 2000,σ. 231. πρβλ. J.-N.Coldstream, Γεωμετρική 'Ελλάδα, Λονδίνο, 1977, Αθήνα, 1997, σ. 321-32, οπού αναφέρει την άνακάλυψι κυπροφοινικικών αγγείων στην περιοχή.

94 Α.-Σ. Αρβανιτοπούλου, ΕΠΙΓΡΑΦΙΚΗ, εν Αθήναις, 1937, τ. Α', σ. 70, 76.

95 J.-N.Coldstream, ο.π., σ.394, 397.

96 Ο Αρβανιτόπουλος την χρονολογεί γύρω στα 800-850 π.Χ., βλ., ο.π., σ. 32.

97 Maria Giulia Amadasi Guzzo, La transmission de ('alphabet phιnicien aux Grecs, 15 Μαίου 1996, Ίδρυμα Θεοδώρου Ράιναχ, 2000,σ. 234.

98 Ό.π., σ. 240.

99 Ό.π., σ. 235. 100 Ό.π., σ. 236.

101 Α.-Σ. Αρβανιτοπούλου, ΕΠΙΓΡΑΦΙΚΗ, εν Αθήναις, 1937, τ. Α', σ. 47, σημ.3.

102 ο.π., σ. 238.

103 τ. 179

104 βλ. Ειρήνη Λ. Μπουρδάκου, Ηρακλής. Ό Εξερευνητής του Αρχαίου Κόσμου, υπό έκδοσιν.

105 Πρβλ. Α.Τζιροπούλου-Ευσταθίου, Σύντομη προσέγγισις εις το Ιστορικόν της Ελληνικής γραφής, εφ. Ελληνική Αγωγή, άρ.φυλ. 49, Μάρτιος 2001, σ. 10-11.

106 Ό.π., πρβλ. Χόρστ Μπλάνκ, Το Βιβλίο στην Αρχαιότητα, σ. 148.

107 Β.-ΧΡ.Κριτσέλη, Πλάτωνος. Κρατύλος, Αθήναι, σ. 14.

108 Κρατύλος, 3930.

109 Α.-Σ.Άρβανιτοπούλου, Επιγραφική, εν Αθήναις, 1937, τ. Α', σ. 41-44.

110 Ό.π., σ. 44.

111 Μ.Ελλάς, Ιταλία, Σικελία, Κάτω Ιταλία.

112 Α.-Σ. Αρβανιτοπούλου, Επιγραφική, εν Αθήναις, 1937, τ. Α', σ. 45.

113 Βλ. Έφ.ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, φ. 12.11.2000, πρβλ. Εφ. Ελληνική Αγωγή, άρ.φυλ. 47, Ιανουάριος 2001, σ. 18-19, και το θεμελιώδες έργο της "Α.Τζιροπούλου-Εύσταθίου, Πώς ή Ελληνική γονιμοποίησε τον Ευρωπαϊκό Λόγο, έκδ. Νέα Θέσις και της ιδίας ΕΛΛΗΝ ΛΟΓΟΣ, Αθήναι, 2002.

114 Ό.π., σ. 45.


Δημοσιεύθηκε στο 5ο τεύχος του περιοδικού "ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΑ",

διμηνιαίας εκδόσεως του περιοδικού "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΓΩΓΗ"

Φοινικικό "αλφάβητο" μια ιστορική απάτη

Δημήτρης Ι. Λάμπρου



α. αποτελεί η φοινικική γραφή "αλφάβητο";

Κατά τη Γλωσσολογία ως "αλφβάβητο" ορίζεται το «σύνολο συμβόλων με ωρισμένη σειρά και τάξη, που χρησιμεύουν για να αποδίδονται οι στοιχειώδεις φθόγγοι μιάς γλώσσας, με τον περιορισμό ο κάθε φθόγγος ν' αντιστοιχή σ' ένα μόνο σύμβολο και αντίστροφα». Στην αλφαβητική γραφή επομένως (δηλαδή τη γραφή των λαών της Ευρώπης, της Αμερικής, της Αυστραλίας αλλά και άλλων περιοχών του πλανήτη) κάθε γράμμα αποδίδει ένα στοιχειώδη ήχο.

Τούτο δεν ισχύει στις ατελέστερες της αλφαβητικής συλλαβικές γραφές, στις οποίες κάθε σύμβολο αποδίδει μία συλλαβή (δύο ή και περισσότερους ήχους-φθόγγους), όπως π.χ. στις συλλαβικές ελληνικές γραφές Γραμμική Α και Β ένα σύμβολο αποδίδει τη συλλαβή κο (κ+ο), άλλο σύμβολο τη συλλαβή πο (π+ο) κ.ο.κ. Στη φοινικική γραφή (που διαθέτει μόνο σύμφωνα και κανένα φωνήεν), στα ελάχιστα διασωθέντα δείγματά της, η κατάσταση είναι ακόμα "χειρότερη", δεδομένου ότι κάθε σύμβολό της δεν αποδίδει ούτε κάν μία συγκεκριμένη συλλαβή, αλλά διαφορετικές, που το διάβασμά τους αφήνεται στην "έμπνευση" του αναγνώστη. Ετσι π.χ. ένα σύμφωνο μπορεί να διαβαστή ως μπα, μπου, μπε, μπι, μπο κ.ο.κ., ή κάποιο άλλο ως γκου, γκα, γκε, γκο κ.λπ. Επομένως, η φοινικική γραφή όχι μόνο δεν αποτελεί αλφάβητο, αλλά δεν είναι ούτε καν εξελιγμένη συλλαβική γραφή, του βαθμού τελειότητας των αντιστοίχων ελληνικών συλλαβαρίων.

Και είναι πράγματι καταπληκτικό το γεγονός, ότι έχει καθιερωθεί στην επιστήμη κατά τα τελευταία 150 χρόνια περίπου ο αντιφατικός όρος "φοινικικό αλφάβητο", προκειμένου για μία γραφή που δεν έχει καμμία σχέση με την αλφαβητική. Και είναι ακόμη πιο απίστευτη η επιβολή του επιστημονικού δόγματος, ότι το ελληνικό αλφάβητο προήλθε από το φοινικικό, το οποίο όχι μόνο δεν είναι αλφάβητο, αλλά είναι μία ατελέστερη γραφή από τις ελληνικές Γραμμικές Γραφές Α και Β. Για τους λόγους αυτούς κατά τον προσφάτως εκλιπόντα πρόεδρο της Εταιρείας Ελλήνων Φιλολόγων Παν. Γεωργούντζο ο χαρακτηρισμός που έδωσε ο καθηγητής Γ. Μπαμπινιώτης στη φοινικική γραφή "οιονεί συλλαβικό αλφάβητο" (;!) απορρίπτεται και πρέπει να αντικατασταθή με το ορθό "καθαρώς συνεπτυγμένο συλλαβικό" σύστημα γραφής (βλέπε Παν. Γεωργούντζου, Το Αλφάβητον Εφεύρεσις Ελληνική: άρθρο του στο περιοδικό Δαυλός, τεύχος 142,Οκτώβριος 1993,σ 8242).



β. η ελληνικότητα του αλφαβήτου

α) Οι αρχαιολογικές αποδείξεις

Η θεωρία ότι το Αλφάβητο είναι εφεύρεση των Φοινίκων συντηρήθηκε εκτός των άλλων με το επιχείρημα ότι ωρισμένα σύμβολα της φοινικικής γραφής μοιάζουν με τα αλφαβητικά γράμματα, π.χ. το άλεφ είναι αντεστραμμένο ή πλαγιαστό το ελληνικό Α κλπ. Το επιχείρημα αυτό φαινόταν ισχυρό μέχρι προ 100 ετών περίπου, όταν οι γλωσσολόγοι και οι ιστορικοί ισχυρίζονταν ακόμη ότι οι Ελληνες δεν εγνώριζαν γραφή προ του 800 π.Χ.! Γύρω στο 1900 όμως ο Αρθούρος Εβανς ανέσκαψε την ελληνική Μινωική Κρήτη και ανεκάλυψε τις ελληνικές Γραμμικές Γραφές, των οποίων σύμβολα ήταν ως σχήματα πανομοιότυπα προς τα 17 τουλάχιστον εκ των 24 γραμμάτων του ελληνικού Αλφαβήτου. Με δεδομένα α) ότι τα αρχαιότερα δείγματα των ελληνικών αυτών γραφών (Γραμμική Α και Β), που στη συνέχεια ανακαλύφθηκαν και στην Πύλο, στις Μυκήνες, στο Μενίδι, στη Θήβα, αλλά και βορειότερα, μέχρι τη γραμμή του Δούναβη και χρονολογήθηκαν τότε πριν από το 1500 π.Χ. και β) ότι οι Φοίνικες και η γραφή τους εμφανίζονται στην ιστορία όχι πριν το 1300 π.Χ. Ο Εβανς στο έργο του Scripta Minoa διετύπωσε, πρώτος αυτός, αμφιβολίες για την αλήθεια της θεωρίας ότι οι Ελληνες έλαβαν τη γραφή από τους Φοίνικες, εκφράζοντας ταυτόχρονα την επιστημονική υποψία ότι μάλλον συνέβη το αντίθετο.

Οι αμφιβολίες για την μη προτεραιότητα των Φοινίκων έναντι των Ελλήνων στην ανακάλυψη της γραφής έγιναν βεβαιότητα, όταν ο καθηγητής Πωλ Φωρ, διεθνής αυθεντία της Προϊστορικής Αρχαιολογίας, δημοσίευσε στο αμερικάνικο αρχαιολογικό περιοδικό, εκδόσεως του Πανεπιστημίου της Ινδιάνας, Nestor (έτος 16ον,1989,σελ.2288) ανακοίνωση, στην οποία παραθέτει και αποκρυπτογραφεί πινακίδες ελληνικής Γραμμικής Γραφής, που βρέθηκαν σε ανασκαφές στο κυκλώπειο τείχος των Πιλικάτων της Ιθάκης και χρονολογήθηκαν με σύγχρονες μεθόδους στο 2700 π.Χ. Γλώσσα των πινακίδων είναι η Ελληνική και η αποκρυπτογράφηση του Φωρ απέδωσε φωνητικά το συλλαβικό κείμενο ως εξής: Α]RE-DA-TI. DA-MI-U-A-. A-TE-NA-KA-NA-RE(ija)-TE. Η φωνητική αυτή απόδοση μεταφράζεται, κατά τον Γάλλο καθηγητή πάντοτε :«Ιδού τι εγώ η Αρεδάτις δίδω εις την άνασσαν, την θεάν Ρέαν:100 αίγας, 10 πρόβατα, 3 χοίρους». Ετσι ο Φωρ απέδειξε, ότι οι Έλληνες έγραφαν και μιλούσαν ελληνικά τουλάχιστον 1400 χρόνια πριν από την εμφάνιση των Φοινίκων και της γραφής τους στην ιστορία.

Αλλά οι αρχαιολογικές ανασκαφές στον ελληνικό χώρο την τελευταία 12ετία απέδωσαν και άλλες πολλές και μεγάλες εκπλήξεις: Οι Έλληνες έγραφαν όχι μόνο τις συλλαβικές Γραμμική Α και Β Γραφές τους αλλά και ένα είδος γραφής πανομοιότυπης με εκείνη του Αλφαβήτου τουλάχιστον από το 6000π.Χ. Πράγματι στο Δισπηλιό, μέσα στα νερά της λίμνης της Καστοριάς, ο καθηγητής Γ. Χουρμουζιάδης ανεκάλυψε ενεπίγραφη πινακίδα με γραφή σχεδόν όμοια με την αλφαβητική, η οποία χρονολογήθηκε με τις σύγχρονες μεθόδους του ραδιενεργού άνθρακα (C14) και της οπτικής θερμοφωταύγειας στο 5250 π.Χ. Τρία χρόνια αργότερα ο έφορος Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων Ν. Σάμψων, ανασκάπτοντας το "Σπήλαιο του Κύκλωπα" της ερημονησίδας Γιούρα Αλοννήσου (Βόρειες Σποράδες), ανακάλυψε θραύσματα αγγείων ("όστρακα") με γράμματα πανομοιότυπα με εκείνα του σημερινού ελληνικού Αλφαβήτου, τα οποία χρονολογήθηκαν με τις ίδιες μεθόδους στο 5500-6000π.Χ. Ο ίδιος αρχαιολόγος διενεργώντας το 1995 ανασκαφές στη Μήλο, ανεκάλυψε "πρωτοκυκλαδικά αγγεία" των μέσων της 3ης χιλιετίας π.Χ., που έφεραν πανομοιότυπα τα γράμματα του Ελληνικού Αλφαβήτου Χ,Ν,Μ,Κ,Ξ,Π,Ο,Ε. Είναι πρόδηλο, ότι οι αρχαιολογικές αυτές ανακαλύψεις όχι απλώς προσέδωσαν ήδη το χαρακτήρα του κωμικού στη λεγόμενη "Φοινικική Θεωρία" περί ανακαλύψεως της γραφής, αλλά ανατρέπουν εκ βάθρων ολόκληρη την επίσημη χρονολόγηση της ελληνικής Ιστορίας, όπως αυτή διδάσκεται, αλλά και την επίσημη παγκόσμια Ιστορία του Πολιτισμού.



β) Η οιονεί μαθηματική απόδειξη

Αλλά παράλληλα προς την κατεδάφιση του χάρτινου οικοδομήματος του "Φοινικικού" αλφαβήτου με τη βοήθεια της αρχαιολογικής σκαπάνης, προέκυψε κι ένα νέο συντριπτικό στοιχείο, που μας το πρόσφερε η επί 20 χρόνια σεμνή και αθόρυβη μελέτη της ελληνικής Γλώσσας και Γραφής από έναν μεγάλο ερευνητή, τον Ηλία Λ. Τσατσόμοιρο, που δυστυχώς χάθηκε στις 19 Δεκεμβρίου 1991, αφού όμως πρόλαβε να ολοκληρώση, λίγους μήνες πριν απ' τον αδόκητο θάνατό του, την ριζοσπαστική έρευνά του «Ιστορία Γενέσεως της Ελληνικής Γλώσσας -Από τον έλλοπα θηρευτή μέχρι την εποχή του Διός- Η αποκωδικοποίηση του Ελληνικού Αλφαβήτου».

Στην έρευνά του αυτή, την οποία ο υπογράφων το παρόν άρθρο είχα την τιμή να εκδώσω (έκδοση "Δαυλός",1991) και να την επιμεληθώ φιλολογικά -αλλά και να συνεργασθώ μαζί του επί μία δεκαετία συζητώντας τα άπειρα προβλήματα που προέκυπταν στην πορεία της και δημοσιεύοντας υπό μορφήν άρθρων τμήματά της στον "Δαυλό"- ο αείμνηστος συνεργάτης μου απέδειξε με θαυμαστό τρόπο, ότι κάθε γράμμα του ελληνικού Αλφαβήτου περιέχει μια σταθερή κωδική σημασία, την οποία εισάγει κυριολεκτικά ή μεταφορικά ως επί μέρους έννοια στην γενική έννοια κάθε ελληνικής λέξεως στην οποία ανήκει. Έτσι τελικά κάθε (αρχαία) ελληνική λέξη αποτελεί ένα οιονεί αρκτικόλεξο [όπως π.χ. Δ(ημόσια) Ε(πιχείρηση) Η(λεκτρισμού): ΔΕΗ], όπου κάθε γράμμα (ανάλογα με τη θέση που κατέχει στην σειρά των γραμμάτων της λέξεως) δίνει ένα σημαντικό ή λιγώτερο σημαντικό νοηματικό στοιχείο της και όλα μαζί δίνουν τον λογικό ορισμό της έννοιας που εκφράζει η λέξη. Σημειώνεται εδώ, ότι την "ειδοποιό διαφορά" της έννοιας δίνει συνήθως το αρκτικό γράμμα.

Δεν υπάρχει εδώ ασφαλώς ο χώρος, για να παρουσιάσω τις κωδικές σημασίες των γραμμάτων του ελληνικού Αλφαβήτου εν τω συνόλω τους, όπως αναλύονται στην επαναστατική αυτή ανακάλυψη στον τομέα της μελέτης του ανθρωπίνου Λόγου. Αλλά ενδεικτικά θα διαλέξω ένα μόνο απ' τα 24 γράμματά μας, το υ ή Υ (μια που αυτό θεωρείται και ως "αντιπροσωπευτικά ελληνικό", Υ Greacum στο δήθεν "Λατινικό" Αλφάβητο, που δεν είναι άλλο από μία παραλλαγή του ελληνικού, της Χαλκίδας). Το ύψιλον λοιπόν, όπως και το σχήμα του δείχνει, έχει την κωδική σημασία της κοιλότητας ή (ανεστραμμένο) την κυρτότητας και αυτήν εισάγει στις έννοιες των ελληνικών λέξεων που το περιέχουν -και κατ' επέκτασιν, ενίοτε, και την σημασία των υγρών (τα οποία διά φυσικής ροής καταλήγουν και γεμίζουν την κοιλότητα). Προχείρως αναφέρω μερικές ονομασίες αγγείων και υγρών (βλέπε το σχήμα της φωτοτυπίας του εξωφύλλου του βιβλίου στη σελ.13742, όπου το αμφικωνικό κ-Υ-πελλο είναι του 2700 π.Χ. και απόκειται στο Μουσείο Ηρακλείου: στις αναφερόμενες εκεί λέξεις μπορούν να προστεθούν και πολλές άλλες όπως κοτ-Υ-λη, γο-Υ-ττος, τρ-Υ-βλίον, π-Υ-ξίς, αμφορε-Υ-ς, β-Υ-τίον, λ-Υ-χνος, πρόχο-Υ-ς, σκε-Υος κλπ. -όλες με την σημασία του κοίλου αντικειμένου), αλλά και πλείστες άλλες λέξεις όπως κ-Υ-ησις (κυρτότητα της κοιλιάς της εγκ-Υ-ου γυναίκας), κ-Υ-μα (κυρτότητα ή κοιλότητα στην επιφάνεια της θάλασσας), κρ-Υ-πτη (κοιλότητα εδάφους), Υ-πό (η πρόθεση:κοιλότητα κάτω από μία στάθμη ή επίπεδο), Υ-πέρ (η πρόθεση: κυρτότητα πάνω από μία στάθμη ή επίπεδο=Υ-ψος), όλες οι λέξεις που έχουν ως πρώτα συνθετικά τους τις προθέσεις Υ-πό και Υ-πέρ, που ανέρχονται σε εκατοντάδες, αλλά και χιλιάδες άλλες. Η μεγαλοφυής αυτή ανακάλυψη, την οποία δυστυχώς η επίσημη επιστήμη επί 8 χρόνια εξακολουθεί να "αγνοή", αν και αποτελή συνέχεια και ολοκλήρωση της λησμονημένης Πλατωνικής προσεγγίσεως του προβλήματος της γλώσσας ("Κρατύλος"):

1. Διαλύει οριστικά την θεωρία, ότι η ελληνική Γλώσσα προήλθε από άλλη (την δήθεν "Ινδοευρωπαϊκή"), δεδομένου ότι αποδεικνύεται ως η μόνη μη συμβατική γλώσσα του κόσμου, η μόνη γλώσσα δηλαδή που παρουσιάζει αιτιώδη σχέση μεταξύ του σημαίνοντός της (λέξεως) και του σημαινομένου της (του πράγματος που ονομάζει η λέξη).



2. Κατ' επέκτασιν αποδεικνύει, ότι είναι η πρώτη και η μόνη δημιουργηθείσα γλώσσα του ανθρωπίνου είδους, από την παραφθορά της οποίας απέρρευσαν οι συμβατικές γλώσσες (δηλαδή αυτές όπου υπάρχει αναιτιώδης σχέση μεταξύ σημαίνοντος και σημαινομένου), όπως είναι όλες ανεξαιρέτως οι λοιπές γλώσσες του πλανήτη.



3. Αποδεικνύει κατά μη επιδεχόμενο καμμία λογική αμφισβήτηση τρόπο, ότι το Αλφάβητο έγινε από τους Έλληνες, για να αποδώσουν με τα κωδικά τους 24 ή 27 γράμματα τις έννοιες των ελληνικών λέξεων -και μόνον αυτών.



4. Δείχνει συγκριτικά, ότι τα σύμβολα της φοινικικής γραφής και οι ονομασίες τους («αλεφ»=βόδι, «μπεθ»=καλύβα, «γκιμέλ»=καμήλα κ.λπ.) όχι μόνο δεν περικλείουν κωδικές ονομασίες, αλλά συνάπτονται ή παραπέμπουν σε πρωτόγονες ζωικές καταστάσεις.



γ. το απόσπασμα του Ηροδότου

Όλοι οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς που αναφέρονται στο Αλφάβητο ("Γράμματα", όπως το έλεγαν), το θεωρούν πανάρχαια ελληνική εφεύρεση (του Προμηθέα, του Παλαμήδη, του Λίνου κλπ.). Η θεωρία του "Φοινικικού" Αλφαβήτου πάντοτε στηριζόταν και στηρίζεται ακόμη από τους υποστηρικτές της σε μία εξαίρεση του κανόνα αυτού. Την εξαίρεση αυτή αποτελεί ένα απόσπασμα του Ηροδότου, που ο ίδιος παρουσιάζει ως προσωπική γνώμη του («ως εμοί δοκέει» = όπως μου φαίνεται...), την οποία σχημάτισε, όπως αναφέρει σε προηγούμενη παράγραφο, «αναπυνθανόμενος» (=παίρνοντας πληροφορίες από άλλους).Αλλά ας δούμε το κείμενο του Ηροδότου ("Ιστορία, Ε 58"):

«58.Οι δε Φοίνικες ούτοι οι συν Κάδμω απικόμενοι τών ήσαν Γεφυραίοι άλλα τε πολλά οικήσαντες ταύτην την χώρην εισήγαγον διδασκάλια ες τους Έλληνας και δη και γράμματα, ουκ εόντα πριν Έλλησι ως εμοί δοκέει, πρώτα μεν τοίσι και άπαντες χρέωνται Φοίνικες· μετά δε χρόνου προβαίνοντος άμα τη φωνή μετέβαλλον και τον ρυθμόν των γραμμάτων».

[58.Οι δε Φοίνικες αυτοί, που μαζί με τον Κάδμο αφίχθησαν, εκ των οποίων και οι Γεφυραίοι, και σε πολλά άλλα μέρη κατοικήσαντες την χώραν αυτήν εισήγαγαν και τέχνες (νέες ή άγνωστες) στους Έλληνες και μάλιστα και (κάποια) γραφή, η οποία δεν ήταν γνωστή πριν στους Έλληνες, καθώς εγώ νομίζω, πρώτα αυτήν την γραφή την οποίαν και όλοι οι Φοίνικες μεταχειρίζονται· μετά όμως με την πάροδο του χρόνου (οι Φοίνικες) μετέβαλλαν μαζί με τη γλώσσα (τους) και το είδος αυτό της γραφής.]

Στο απόσπασμα αυτό το σημαντικώτερο είναι, ότι στην κρίσιμη φράση («άμα τη φωνή μετέβαλλον και τον ρυθμόν των γραμμάτων») αποκαλύπτεται, ότι οι Φοίνικες-Γεφυραίοι, που πήγαν στην Βοιωτία με τον Κάδμο, έφεραν από την Φοινίκη κάποια γραφή τους, αλλά καθώς οι Φοίνικες άλλαξαν τη γλώσσα τους (έμαθαν πια δηλαδή τα Ελληνικά), άλλαξαν και αυτή τη γραφή τους (έγραφαν πια δηλαδή με την υπάρχουσα στη Βοιωτία πανάρχαια ελληνική γραφή). Στη δήλωση λοιπόν αυτή του Ηροδότου οι μεταφραστές δίνουν το νόημα, ότι οι ντόπιοι Έλληνες Βοιωτοί και όχι οι Φοίνικες μετανάστες άλλαξαν την δική τους γλώσσα και γραφή και υιοθέτησαν τη φοινικική!

Στην γενικά ασυνάρτητη αυτή αναφορά στον Αλφάβητο, όπως διασώθηκε, είναι προφανείς και οι παρεμβάσεις-αλλοιώσεις που ακολουθούν στο κείμενο και που διαπράχθηκαν άγνωστο από ποιούς και πότε. Αλλά ας δούμε την ύποπτη συνέχεια του κειμένου, όπως έφθασε σ' εμάς:

«Περιοίκεον δε σφέας τα πολλά των χώρων τούτον τον χρόνον Ελλήνων Ίωνες οι παραλαβόντες διδαχή παρά των Φοινίκων τα γράμματα, μεταρυθμίσαντες σφέων ολίγα εχρέωντο, χρεώμενοι δε εφάτισαν, ώσπερ και το δίκαιον έφερε εισαγαγόντων Φοινίκων ες την Ελλάδα, Φοινίκηια κεκλήσθαι».

[Κατοικούσαν δε πέριξ αυτών (των Φοινίκων) στα περισσότερα μέρη κατ' εκείνο τον χρόνο (του Κάδμου) εκ των Ελλήνων Ίωνες, οι οποίοι παραλαβόντες διά της επαφής ή και διδασκαλίας παρά των Φοινίκων τη γραφή τους αλλάξαντες την μορφή της γραφής αυτών oλίγα μετεχειρίζοντο. Μεταχειριζόμενοι δε αυτά είπαν, καθώς ήταν δίκαιο, επειδή τα εισήγαγαν στην Ελλάδα Φοίνικες, να ονομάζωνται Φοινικά.]

Η αναφορά αυτή, κατά των Η. Τσατσόμοιρο ("Δαυλός", τ.118), ότι δηλαδή εκ των Ελλήνων οι Ιωνες οι κατοικούντες πέριξ των Φοινίκων παρέλαβαν τη Φοινικική γραφή και λίγα γράμματά της μεταχειρίζονταν, αφού τα τροποποίησαν, και χάριν του δικαίου, επειδή οι Φοίνικες τα εισήγαγαν στη Ελλάδα, τα ωνόμασαν Φοινικικά, αποτελεί κραυγαλέα αντίφαση και συνεπώς πρόκειται για πλαστή υποπαράγραφο, δήθεν επεξηγηματική, η οποία σκοπεύει να καταστήση αβαρή την προηγηθείσα πληροφορία «άμα τη φωνή μετέβαλλον και τον ρυθμόν των γραμμάτων». Και όμως η "Φοινικική Θεωρία" θεμελιώθηκε εξ ολοκλήρου και συντηρείται πάνω στο θεμέλιο της προφανούς αυτής πλαστογραφίας.

Η "Φοινικική Θεωρία" καθιερώθηκε στην Ευρώπη σε μία εποχή που, όπως γράφει ο διαπρεπής σύγχρονος Αγγλος κλασσικός φιλόλογος S.G.Rembroke ("The Legacy of Greece,εκδ. Oxford University Press,1984), «στους Φοίνικες γενικά εδίδετο ένας ρόλος ενδιαμέσων», που ξέφευγε από οιαδήποτε πληροφορία της ιστορίας, ένας ρόλος δηλαδή μεταφορέων της σοφίας και του πολιτισμού του περιουσίου λαού του Ισραήλ στους απολίτιστους λαούς και δη στους Ελληνες. Αυτά βέβαια είναι συγχωρητέα, αφού λέγοντας περί τα τέλη του Μεσαίωνα, οπότε ο θρησκευτικός φανατισμός και ο σκοταδισμός είχαν φθάσει σε τέτοιο σημείο, ώστε να θέλουν την κόρη του Αγαμέμνονος Ιφιγένεια ως κόρη του Ιεφθά, τον Δευκαλίωνα ως Νώε, τον Απι ως σύμβουλο του Ιωσήφ, τον Απόλλωνα, τον Πρίαμο, τον Τειρεσία και τον Ορφέα ως διαστροφές του Μωυσή, την ιστορία των Αργοναυτών ως διάβαση των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο στην Παλαιστίνη και άλλα πολλά παρόμοια. Αυτές τις επισημάνσεις τις κάνει ο Rembroke.

Και καταλήγουμε εμείς: Τότε ο Ελληνισμός, ευρισκόμενος από άποψη εθνικής αυτοσυνειδησίας σε κωματώδη πνευματική κατάσταση και από άποψη ιστορικής αυτογνωσίας σε αφασία, ήταν εντελώς ανίκανος να υπερασπισθή την ιστορία του και τον πολιτισμό του, και γι' αυτό δεν αντιδρούσε και δεν μπορούσε να αντιδράση. Σήμερα με την ανοχή ή και τη συνηγορία μας μας κάνουν τη γλώσσα μας "Ινδοευρωπαϊκή", τη γραφή μας "φοινικική", την Αθηνά μας και τον Σωκράτη μας "μαύρους" και τον πολιτισμό μας "αφρικανικό". Τώρα άραγε σε ποια πνευματική κατάσταση βρισκόμαστε;



Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «ΔΑΥΛΟΣ»

Ο μύθος περί φοινικικού αλφαβήτου

Πράγματι, για τρεις τουλάχιστον αιώνες (Σκοτεινοί χρόνοι), από την Ύπομυκηναϊκή έως και την πρώιμη γεωμετρική εποχή (1100-850 π.Χ.), δεν έχουμε γραπτά κείμενα. Θεωρείται λοιπόν ότι γύρω στον 10ο π.Χ. αι. οι Έλληνες παίρνουν από τους Φοίνικες την συμφωνογραφική γραφή. Οι περισσότεροι λοιπόν ερευνητές θεωρούν ότι ως πρώτη ύλη του ελληνικού αλφαβήτου εχρησίμευσε το βορειοσημιτικό συμφωνογραφικό αλφάβητο. Όπως διαπιστώνει ομως ο καθηγητής Γ. Μπαμπινιώτης, «το θέμα επί του οποίου υπάρχει πλήθος αλληλοσυγκρουόμενων θεωριών είναι η προέλευσις και η δημιουργία του ίδιου του φοινικικού συμφωνογραφικοϋ συστήματος, το όποιο ανάγεται στο πρωτοχαναανικό αλφάβητο του 1700 π.Χ. Άλλοι το ανάγουν στην αιγυπτιακή και σιναϊτική γραφή, άλλοι στην σουμεριακή, την βαβυλωνιακή η την ασσυριακή γραφή, άλλοι το συνδέουν με το κυπριακό συλλαβάριο, άλλοι με την χεττιτική ιερογλυφική, την ιδεογραφική θεωρία η με την ουγκαριτική σφηνοειδή γραφή, ο Evans το συνδέει με τις μινωικές γραφές (Ιερογλυφικά και Γραμμική Α΄), άλλοι με την «ψευδοίερογλυφική» της Βίβλου, άλλοι με την θεωρία των προϊστορικών γεωμετρικών σημείων και άλλοι με άλλες αρχαιότερες γραφές».75 Εμείς θα προσθέσουμε ακόμη έναν προβληματισμό σχετικά και με την ίδια την ύπαρξι των Φοινίκων, οι όποιοι, σύμφωνα με την εύστοχη παρατήρησι του καθηγητού Χρ. Ντούμα «είναι απλώς ένας μύθος η φαντάσματα».76 Εάν ομως θελήσουμε να ερευνήσουμε τις ρίζες της «φοινικικής» θεωρίας, τότε θα πρέπει να γυρίσουμε πίσω περίπου 2.000 έτη, στον 1ο αι. μ.Χ. Τότε έζησε ο Ιώσηπος, ο Ιουδαίος επαναστάτης στρατηγός, ο οποίος παρεδόθη στους Ρωμαίους και εισήλθε στο στενό περιβάλλον της αυτοκρατορικής αυλής. Ο Ιώσηπος, για να εξιλεωθή ίσως απέναντι στους συμπατριώτες του για την προσχώρησί του στους Ρωμαίους, συνέγραψε το έργο «Ιουδαϊκή Αρχαιολογία» - μία παραποιημένη απόδοσι της Παλαιάς Διαθήκης ουσιαστικά - με το όποιο όμως κατηγορούσε και ύπε-βίβαζε τον ελληνικό πολιτισμό. Σε άπάντησι ο Έλλην εξ Αλεξανδρείας ιστορικός Απίων συνέγραψε μία πραγματεία με την οποία απέκρουε τις συκοφαντίες του Ιωσήπου. Δυστυχώς η πραγματεία του Απίωνος, σε αντίθεσι με το πλήρες έργο του Ιωσήπου, δεν διεσώθή. Ο δε Ιώσηπος εφρόντισε μάλιστα να συγγράψη μία νέα πραγματεία με τίτλο «Κατά Απίωνος». Από το έργο αυτό προέρχεται το παρακάτω απόσπασμα:

«Οι Έλληνες είναι από τους λαούς, που έμαθαν πολύ αργά και μετά δυσκολίας να γράφουν. Ακόμη κι εκείνοι, που ισχυρίζονται ότι χρησιμοποιούσαν την γραφή από παλιά, υπερηφανεύονται ότι την έμαθαν από τους Φοίνικες και τον Κάδμο. Αλλά ούτε από εκείνη την εποχή έχει κανείς να παρουσίαση επιγραφές, που να έχουν σωθή σε ναούς ή άλλα δημόσια μνημεία, ώστε να αμφισβητήται ακόμη και το κατά πόσο εκείνοι, που πήραν μέρος στον Τρωικό Πόλεμο, χρησιμοποιούσαν, μολονότι πολύ αργότερα, τα γράμματα, ενώ η αληθινή και επικρατούσα άποψι είναι ότι μάλλον αγνοούσαν την σύγχρονη χρήσι των γραμμάτων. Όλοι οι Έλληνες ανεξαιρέτως θεωρούν οτι δεν υπάρχει αρχαιότερο συγγραφικό έργο από τα ποιήματα του Όμηρου. Αυτός όμως φαίνεται πως έζησε πολύ αργότερα από την εποχή των Τρωικών, ενώ ταυτόχρονα λέγεται γι’ αυτόν ότι δεν άφησε την ποίησί του γραπτώς, αλλά αυτή διεσώθη στα άσματα και κατεγράφη αργότερα. Αυτός είναι και ο λόγος, που υπάρχουν τόσες αντιφάσεις στο έργο του». Να λοιπόν που ευρίσκονται οι ρίζες της περί φοινικικών γραμμάτων θεωρίας, αλλά ακόμα και οι απαρχές του ομηρικού ζητήματος. Ευτυχώς στις ήμερες μας, και παρά τις λυσσαλέες αντιδράσεις, επιχειρείται μία προσπάθεια ανατροπής αυτής της θεωρίας, της εχούσης ήδη ηλικίας 2.000 ετών, με βάσι τα νεώτερα αρχαιολογικά τεκμήρια.

Η νεωτέρα έρευνα έχει αρχίσει πράγματι ολο και περισσότερο να αμφισβητή την προέλευσι του αλφαβήτου από τους Φοίνικες. Ο Andre Lemaire, διευθυντής του τομέα αρχαίας ιστορίας και φιλολογίας στο Παρίσι, αναζητεί τις ρίζες του αλφαβήτου στην Αίγυπτο. Στηριζόμενος από την μία στο απόσπασμα από την Ιστορία των Φοινίκων του Φίλωνος από την Βίβλο, που διασώζει ο Ευσέβιος της Καισαρείας, όπου αναφέρεται ότι αυτός, ο οποίος ανεκάλυψε τα γράμματα ήταν ο Θευθ, και από την άλλη στον Τάκιτο, θεωρεί ότι δεν άνεκάλυψαν πρώτοι το αλφάβητο οι Φοίνικες.77 Αυτοί απλώς διαμεσολάβησαν στην μεταφορά του αλφαβήτου από την Αίγυπτο μέσω των Υκξώς και την διέδωσαν έπειτα χάρις στην θαλασσοκρατορία τους σε ολόκληρη την Μεσόγειο... Το να αποδώσουμε όμως την αλφαβητική γραφή στους Ύκξώς είναι, όπως παραδέχεται και σ ϊδιος, σαν να εξηγούμε το obscurum per obscurium (το σκοτεινό με σκοτεινό, δηλ. τον γρίφο με γρίφο). «Όπως ολα τα γενεσιουργά προβλήματα, η ανακάλυψις του αλφαβήτου μας διαφεύγει, ενώ και η ίδια η γνώσις μας για τους Υκξώς παραμένει περιωρισμένη και προβληματική.78 Τόσο στην Αίγυπτο, όσο και στην Παλαιστίνη ωστόσο, τα αρχαιολογικά και τα επιγραφικά δεδομένα, όχι μόνον δεν μας επιτρέπουν μια λεπτομερή ιστορική προσέγγισι, αλλά και μας δημιουργούν ακόμη πιο σοβαρά χρονολογικά προβλήματα. Ας δούμε λοιπόν αυτά τα ευρήματα, που μας επιτρέπουν να ομιλούμε για αλφαβητική γραφή στα εδάφη της Παλαιστίνης και του σημερινού Ισραήλ. Το πρώτο είναι η επιγραφή επάνω σε ένα εγχειρίδιο μάλλον αίγαιακής τεχνοτροπίας από το Lakish, το οποίο χρονολογείται βάσει των αρχαιολογικών συνευρημάτων περί το έτος 1.600 π.Χ. Ακολουθεί το ενεπίγραφο όστρακο μιας φιάλης από το Gιzer, μαζί με σημάδια κεραμέων, που κατατάσσεται γενικώς στην ίδια περίοδο βάσει παλαιογρα φίκων στοιχείων. Αβέβαιη ωστόσο παραμένει η χρονολόγησις της ασβεστολιθικής πλάκας από το Sichern (Σίκιμα) καθώς και του ενεπίγραφου οστράκου από το Tell-Nagida, νοτιοδυτικούς του Lakish. Οι ανασκαφές στα θρυλικά ορυχεία του Σινά έδωσαν επίσης 45 πρωτοσιναϊτικές επιγραφές, οι οποίες έχρονολογήθησαν ανάμεσα στα 1850-1500 π.Χ. βάσει των αντιστοίχων Αιγυπτιακών επιγραφών, οι όποιες ήσαν ανάμεσα στα συνευρήματα. Τα αρχεία, που ευρέθησαν στο Σινά, δείχνουν ότι είχαν κάποια διοικητική σημασία στις εξερευνητικές αποστολές στα ορυχεία, διότι δεν πρόκειται για άπλα γραφήματα, αλλά για πραγματικά μνημεία λόγου. Ο Andre Lemaire βάσει όλων αυτών των προβληματισμών θεωρεί τελικά ότι η αλφαβητική γραφή εγεννήθη τον 11ο π.Χ. αι., έπειτα από την πολιτική παρακμή των Αιγυπτίων. Η γραφή των Υκξώς, τους οποίους ο συγγραφεύς προφανώς θεωρεί σημιτικής καταγωγής, υιοθετείται τότε ως «εθνική» γραφή από τους βασιλείς των Εβραίων, των Φοινίκων, και των Άραμαίων.79 Όμως τον 11ο αι., ούτε καν η Βίβλος ετόλμα να αναφερθή σε Εβραϊκό βασίλειο. Με αυτήν την θεωρία μοιάζει να συνδέεται και η περίφημη αλφαβητική πινακίδα του Wόrzburg, η οποία θεωρείται πρωϊμώτερή του 8ου π.Χ. αι. Για την προέλευσι της πινακίδας υπάρχουν μόνο γενικές πληροφορίες, οτι η πινακίδα προέρχεται μαζί με τρία (3) ακόμα πλήρως ταυτόσημα κομμάτια από το αιγυπτιακό Φαγιούμ. Ωρισμένοι ερευνητές θεωρούν οτι με αυτήν την χάλκινη πινακίδα τεκμηριώνεται το πρώτο βήμα για το δάνειο του φοινικικού σχεδίου από το ελληνικό αλφάβητο. Πρέπει να τονίσουμε ωστόσο οτι η γνησιότητα αυτών των πινακίδων αμφισβητείται.80 Μελετώντας τον συγκριτικό πίνακα με τα ιερογλυφικά σύμβολα βλέπουμε από την άλλη τις ομοιότητες του φερομένου ως αλφαβήτου των Υκξώς με το Κρητικό και το Αιγυπτιακό και τελικά με το Φιλισταιϊκό. Μήπως λοιπόν τελικά οι Υκξώς δεν ήσαν παρά οι πρώτοι Λαοί της Θαλάσσης, οι οποίοι κατέκτησαν την Αίγυπτο; Γνωρίζουμε οτι ορμητήριο των Υκξώς ήταν η Χαναάν, η σημερινή Συρία, στην οποία όμως είχαν εγκατασταθή οι Μινωίτες ήδη από την 2α π.Χ. χιλιετία. Ενδεχομένως λοιπόν οι Μινωίτες αυτοί να συνέπραξαν και με άλλα εντόπια φύλα, και να συμμετείχαν στην έπιχείρησι κατά της Αιγύπτου. Άρα δυνάμεθα να εικάσουμε οτι υπήρξαν μινωικές επιρροές στην εξέλιξι της γραφής στην περιοχή. Σύμφωνα με τον καθηγητή D. Diringer, το σημιτικό σύστημα γραφής έπενοήθή μεν και εκαλλιεργήθηκε στην Παλαιστίνη και την Συρία, αλλά εδέχθη και επιδράσεις παλαιοτέρων συστημάτων του αιγυπτιακού, του σφηνοειδούς, του κρητικού και ίσως των προϊστορικών γεωμετρικών σημείων. Είναι απίθανο να μην προηγήθησαν των επινοητών της σημιτικής γραφής άλλοι, όπως είναι εξαιρετικά απίθανο ότι ένα αλφάβητο, που επενοήθη στην Παλαιστίνη ή στην Συρία την 2η π.Χ. χιλιετία έμεινε ανεπηρέαστο από τις γραφές της Αιγύπτου, της Βαβυλωνίας ή της Κρήτης. Και η σύλλήψις της συμφωνογραφικής γραφής και η αρχή της άκροφωνίας (αν ίσχυε στο πρωτοσημιτικό αλφάβητο) μπορεί να είναι δάνεια από την Αίγυπτο. Ίχνη της επιδράσεως της βαβυλωνιακής γραφής μπορούν να διαπιστωθούν στις ονομασίες ωρισμένων γραμμάτων. Η επίδρασις της κρητικής γραφής και μερικών προϊστορικών γεωμετρικών σημείων μπορεί να είναι καθαρώς εξωτερική, να επέδρασαν δηλαδή μόνο στην μορφή ορισμένων γραμμάτων.81


Θεωρούμε οτι όταν κάποτε αποκρυπτογραφηθή πλήρως η Κρητική και Φιλισταιϊκή Ιερογλυφική γραφή, θα διαπιστωθή ότι η έπίδρασις δεν είναι μόνον εξωτερική. Ως τότε έχουμε ακόμη αρκετό δρόμο. Δυστυχώς ο επιστημονικός νους εγκλωβισμένος στα τετριμμένα και γενικώς αποδεκτά συμπεράσματα παγιδεύεται συχνά στο παιγνίδι του φοινικίζειν, επηρεασμένος και από το περίφημο χωρίο του Ηροδότου (Ε, 57-58) περί Φοινικηίων η Καδμηίων Γραμμάτων, που τελικά όσον αφορά στον πρώτο επιθετικό προσδιορισμό (φοινικήια), ίσως και να δηλώνη απλώς τον τρόπο γραφής με πορφυρή μελανή. Πολλοί μάλιστα σπεύδουν να χαρακτηρίσουν ακόμη και τον Κάδμο ως φοινικικό ήρωα,82 αγνοώντας την βοιωτική παράδοσι, που τον θεωρούσε γιο του αυτόχθονος Θηβαίου ήρωος Ωγύγου, ο οποίος προϋπήρξε χρονολογικώς του κατακλυσμού του Δευκαλίωνος, βάσει των αρχαίων αντιλήψεων.83 Αλλά ακόμη και στην εκδοχή, που θεωρείται υιός του Αγήνορος και της Τηλέφασσας η Αργιόπης, ο Φοίνιξ, ο επώνυμος ήρωας της Φοινίκης, ο Κίλιξ και η Ευρώπη, είναι αδέλφια του Κάδμου. Οι δε διδάσκαλοι του αλφαβήτου, οι Γεφυραΐοι, όπως τους αποκαλεί ο Ηρόδοτος, έρχονται μαζί με τον Κάδμο από την Φοινίκη. Όπως διαπιστώνει χαρακτηριστικά ο Ι. Σταματάκος, «ούτος (ο Κάδμος) κατά την παράδοσιν, μετέφερεν εκ Φοινίκης εις την Ελλάδα το πάλαιαν έλλήνικόν άλφάβήτον εκ 16 γραμμάτων, α δια τούτο και φοινικήια γράμματα εκαλούντο και α βραδύτερον ηυξήθησαν εις 24 δια της προσθήκης των οκτώ Ιωνικών γραμμάτων (Η, Ω, Θ, Φ, Χ, Ζ, Ξ, Ψ).84 Η ίδια η προσαρμογή της γλώσσης δηλαδή μοιάζει να είναι αποτέλεσμα της ανάγκης, που γεννάει η επικοινωνία μέσω των εμπορικών επαφών. Και στην περίπτωσι που παραδίδει o Andre Lemaire, εάν εξετάσουμε με καθαρόν νου τα δεδομένα, διαπιστώνουμε οτι είναι πολύ πιο πιθανόν τα αρχεία του Σινά να είναι τελικά αποτέλεσμα της συνεργασίας των Αιγυπτίων και των Υκξώς με τους Κεφτι (Κρήτες η Φιλισταίους), που είχαν κοινά συμφέροντα στην περιοχή. Η δε δημιουργία του αλφαβήτου είναι και αυτή δημιούργημα πολυετών προσπαθειών. Είναι αδύνατον το πρωτεϊκό και απλό συνάμα αλφαβητικό σύστημα της γλώσσης να διεμορφώθη μέσα σε μερικές δεκαετίες. Η ίδια η ομηρική γλώσσα με τις λέξεις των Μυκηναϊκών κειμένων, που διατηρούνται ζωντανές στον λόγο του έπους, αποδεικνύει – θεωρούμε - οχι μόνον το οτι η γλώσσα δεν ξεχάσθηκε, αλλά και την Ελληνικότητα της Κυπρομινωϊκής, που επιβιώνει μαζί με τους ομηρισμούς στην σύγχρονη, αλλά πάντοτε αρχαία, Κυπριακή γλώσσα. Η σύγχρονη έρευνα άλλωστε παρουσιάζει την τάσι να αναζητή στην Κύπρο τον σταθμό μεταβάσεως της Φοινικικής γλώσσης στην Ελλάδα. Η Maria Giulia Amadasi Guzzo, αναφέρει ανάμεσα σε άλλους τόπους και την Κύπρο και αυτό, διότι υπήρχε στο νησί και κυρίως στο Κίτιο έντονη Φοινικική παρουσία.85 Δυστυχώς δεν φαίνεται να γνωρίζει την ύπαρξι του οβελού από τις Σκάλες της Παλαιπάφου, μολονότι η ίδια σε άλλο σημείο της μελέτης της αναφέρει οτι ένα Κρητικό ιδίωμα προερχόμενο από την Κρητική συλλαβική γραφή εχρησιμοποιείτο στο νησί της Αφροδίτης και την 1η χιλιετία π.Χ. Και αυτό διότι, όπως η ίδια παραδέχεται παρακάτω, κατά την διάρκεια της εποχής του χαλκού, οι Φοίνικες εχρησιμοποιούσαν ένα άλφαβητο διαφορετικό από αυτό της 1ης χιλιετίας, όπως το γνωρίζουμε. Υποστηρίζει μάλιστα ότι επρόκειτο για έναν τοπικό κώδικα επικοινωνίας στην περιοχή, εφ’ οσον εκείνη την περίοδο η διεθνής γλώσσα επικοινωνίας στην Εγγύς Ανατολή ήταν η Άκκαδική (;). Για την ιστορία να υπενθυμίσουμε οτι στην περίοδο αυτήν έχουν ήδη αρχίσει οι επαφές του Μινωικού κόσμου με την περιοχή. Άλλωστε και η παλαιότερη έρευνα θεωρούσε βάσει των αρχαίων πηγών οτι οι ίδιοι οι Φοίνικες είχαν προσαρμοσθή σε άλλα συστήματα γραφής, που προϋπήρχαν του δικού τους. Και ο ίδιος ο Evans μάλιστα είχε διατυπώσει την θεωρία οτι οι Φοίνικες παρέλαβαν από τους Κρήτες αποίκους, που είχαν αποικίσει τα εδάφη της Παλαιστίνης, την γραφή. Την ίδια εποχή, ο Ρενέ Ντύσω διετύπωσε την άποψι οτι οι Φοίνικες είχαν παραλάβει από πολύ νωρίς το αλφάβητο από τους Έλληνες, οι όποιοι το είχαν διαμορφώσει από την Κρητομυκηναϊκή γραφή.86 Οι διατυπώσεις τους αμφισβητούντα ως γλωσσολογικές θεωρήσεις. Τα τελευταία χρο νια όμως και χάρις στις έρευνες των καθηγητών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Αθ. Παπαδοπούλου και Λ. Κοντορλή-Παπαδοπούλου στην περιοχή της Παλαιστίνης και της Ιορδανίας, οι γλωσσολογικές θεωρίες φαίνεται να επιβεβαιώνωνται από τα κρητομυκηναϊκα αρχαιολογικά ευρήματα.87

Ας εξετάσουμε ομως λεπτομερώς τα επιχειρήματα περί φοινικικής προελεύσεως του αλφαβήτου. Η παλαιότερη αλφαβητική γραφή θεωρείται αυτή, που ευρέθη χαραγμένη επάνω στην σαρκοφάγο του βασιλέως Άχιράμ, ο οποίος έζησε ανάμεσα στα 975-950 π.Χ. Σύμφωνα με τον J.-N.Coldstream, στο τέλος του 8ου π.Χ. αι., οι Φοίνικες είχαν ήδη δημιουργήσει μόνιμες εγκαταστάσεις στην Σαρδηνία.88 Στην γειτονική νήσο Νόρα, ανεκαλύφθη μια φοινικική επιγραφή σε λίθο, με τον χαρακτηριστικό τύπο των φοινικικών (;) γραμμάτων του 9ου π.Χ. αιώνος. Επειδή ομως η επιγραφή έθεωρήθη επαρχιακή, έχα-ρακτηρίσθη και ο τύπος των γραμμάτων μεταγενέστερος και ξεπερασμένος. Στην επιγραφή της Νόρα, αναφέρεται το τοπωνύμιο Tarshish, ένα μακρινό λιμάνι, από όπου ο βασιλεύς Άχιράμ επρομηθεύθη, σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη (Α΄ Βασιλειών, Χ, 22) κάποτε χρυσό, ασήμι, ελεφαντοστό, πιθήκους και παγώνια. Η Tarshish έταυτίσθη από ωρισμένους μελετητές με την Ταρτησσό, που αναφέρει σ Ηρόδοτος, καθώς και με το λιμάνι των Γαδείρων.89 Βάσει αυτών των στοιχείων ο J.-N.Coldstream θεωρεί οτι θα πρέπει κάποτε να αναζητήσουμε έναν πρωιμώτερο του 9ου π.Χ. αι. εμπορικό σταθμό στην περιοχή. Σε αυτήν την ιστορική-αρχαιολογική πλάνη, φαίνεται να μας οδηγή μια σειρά συγκυριών. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης90 περιγράφοντας το ταξείδι του Ηρακλέους στην χώρα του Γηρυόνη, αναφέρει ότι κατευθυνόμενος ο Ηρακλής προς την νήσο Έρύθεια, αφού διέπλευσε πρώτα μεγάλο μέρος των βορειοαφρικανικών ακτών, έφθασε κοντά στα Γάδειρα. Την γνώσι αυτή των Ελλήνων εκαπηλεύθησαν αργότερα οι Φοίνικες, όπως τονίζει ο Στράβων: «τον ίβηρικόν πλούτον, εφ’ ον Ηρακλής εστράτευσε και οι Φοίνικες ύστερον, οιπερ και κατέσχον την πλείστην αρχήν».91 Αργοτερα βάσει των αρχαίων πηγών, oι Tύριοι ίδρυσαν εκεί έναν ναό αφιερωμένο στον Ηρακλή, τον όποιον άπεκάλεσαν Μέλκαρτ. Η μετάλλαξις του ονόματος του θρυλικού Έλληνας ήρωος, οφείλεται στην άγνοια της Ελληνικής γλώσσης από την πλευρά των Φοινίκων. Εάν διαβάσουμε το όνομα του Μέλκαρτ από τα δεξιά προς τα αριστερά, δηλαδή επί τα λαιά, βλέπουμε να σχηματίζεται το όνομα του Ηρακλέους. Σύμφωνα με τον αείμνηστο έπιγραφολόγο Α.-Σ.Άρβανιτόπουλο,

Sunday, June 14, 2009

ΤΑΦΟΠΛΑΚΑ ΣΤΟ ΦΟΙΝΙΚΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

«ή ανοησία είναι χειροτέρα τής κακότητος»

Οί Φοινικιστές καί Ινδοευρωπαϊστές ΔΟΓΜΑΤΙΖΟΥΝ γιά νά πείσουν

Ή μικρόζωη αυτή θεωρία περί Φοινίκων, καθιερώθηκε στήν Ευρώπη σέ μία εποχή πού όπως γράφει ό Άγγλος κλασσικός S.G. Rembroke στό έργο τού (The legacy of Greece, oxford university press 1994) λέγει : «Στούς φοίνικες εδίδετο ρόλος ενδιαμέσων πού ξέφευγε από οποιαδήποτε πληροφορία τής Ιστορίας. Ένας ρόλος δηλαδή μεταφορέα τής σοφίας καί τού πολιτισμού τού «περιουσίου λαού πρός τούς απολίτιστους καί δή στούς Έλληνες».

Τά Φοινικικά ΔΕΝ ΕΙΧΑΝ ΦΩΝΗΕΝΤΑ - ΕΙΧΑΝ ΜΟΝΟ ΣΥΜΦΩΝΑ καί αυτά Ελλιπώς , ούτε Φ,Χ,Ψ,ΞΗΤΑΝ ΣΥΛΛΑΒΑΡΙΟΝ ... Τί γίνεται μέ τα Ελληνικά : υιοί,αιεί,ία,οίαι,ώιον

Τά 16 ΓΡΑΜΜΑΤΑ τά βρήκε ό Παλαμήδης καί τά άλλα 8 ό Σιμωνίδης καί Επίχαρμος

Τά θεμέλια τής λεγομένης Ινδοευρωπαϊκής θεωρίας έχουν αρχίσει νά κλονίζωνται, ενώ ήδη ολοκάθαρα ακούγονται οί τριγμοί τής ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΕΩΣ.

Ή σανσκριτική χωρίζεται στήν Βεδική πρό τού 500πχ καί τήν μεταβεδική. Υπήρξε γλωσσα ιερατείου καί ποτέ δέν τήν μίλησαν. Μέ ποιόν τρόπο οί Έλληνες τών Μυκηναϊκών χρόνων υποτίθεται ότι ήρθαν σέ επαφή μέ αυτές τίς αππόκρυφες ρίζες ?

ΤΑ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΣΟΚΑ ΑΝΑΓΟΝΤΑΙ ΜΟΛΙΣ ΣΤΟΝ 3πχ αιώνα

Ή γλωσσολογική σύγκριση γιά νά είναι έγκυρη καί ακριβής πρέπει νά είναι σύγχρονη καί όχι διαχρονική. Είναι ΑΠΑΤΗ αυτή ή βοήθεια τής σύγκρισης τών Σανσκριτικών τού 1000πχ μέ τά Ελληνικά τού 8πχ αιώνος, τά Λατινικά τού 5ου αιώνος πχ, τά γοτθικά τού 4ου αίωνος πχ κτλ..

Ό Γάλλος Μπουφαρτίγκ «Οί Ελληνικές ρίζες τής Γαλλικής γλώσσας» εκδ.Ελευθεροτυπία, σελ 12 : Η Ύπαρξη μίας φυλής – φάντασμα Πού μιλούσε τήν συμβατική γλώσσα φάντασμα, τής οποίας ΚΑΝΕΝΑ ΓΡΑΠΤΟ ΜΝΗΜΕΙ

Krutwing Sagredo καθ.Ελληνικής Φιλολογίας ( Halcon 1993 Ιανουάριος) : «ή Ινδική λογοτεχνία αναπτύχθει τόν 3-5 αιώνα μχ . Οί αναφορές σέ αρχαιότερες ημερομηνίες ώς πρός τίς βέδες είναι μόνο ΘΕΩΡΙΑ.

Γερμανός Ινδολόγος Max Miller : «ή Ελληνική είναι αρχαιοτέρα τής Σανσκριτικής καί επι πλέον όλοι οί συντακτικοί καί γραμματικοί τύποι είναι ανώτεροι καί μεγαλυτέρας αξίας»

Ινδός Καθ. Α.Chakraborty Απρίλιος 1994 : «ή Σανσκριτική ΔΕΝ είναι τόσο αρχαία ΟΣΟ χρειάζεται γιά νά τής αποδοθή ή μητρότης τής Ελληνικής»

Ινδική Εφημερίς Πουρνίμα Σαμμελάν Σεπτ.1994 φύλλο 21 : «Οί Έλληνες ερχόμενοι από τόν Καύκασο, άφησαν απογόνους στήν χώρα μας»

Καθηγητής P.Chantraine : « Γιά καθαρά Πανάρχαιες Ελληνικές λέξεις καταβάλλεται αγωνιώδης προσπάθεια προκειμένου νά προσαρμοσθούν σέ Σανσκριτικές...μέ τήν λέξη άρουρα essai de rapprochement de Skr.urvara = moisson κάνουν δηλαδή προσπάθεια νά συνδεθεί μέ τό Σανσκ. Urvana πού σημαίνει θερισμός. Στήν λέξη άναξ ενώ παραδέχεται ότι ότι οί Φρύγες τήν πήραν από τούς Έλληνες, αναφέρει έν τούτοις ότι αναζητείται «ινδοευρωπαϊκή» ετυμολογία.Όταν ή Σανσκριτική άρχισε νά γράφεται , δανείσθηκε από την Ελληνική τίς απαραίτητες ΓΙΑ ΓΡΑΦΗ ΛΕΞΕΙΣ όπως τήν μελάνη (mela) καί τό όνομα τής γραφίδος (kalama)ΕΠΙ ΤΑ ΚΡΕΙΤΤΟΝΑ ΠΟΙΟΥΝΤΑΙ ΤΑΣ ΑΦΟΜΟΙΩΣΕΙΣ

Colin Renfrew «Αρχαιολογία καί Γλώσσα» :Ή μητέρα τών γλωσσών είναι ή πρωτοΕλληνική γλώσσαBritanica εκδ.1974, τόμος 6, σελ 1059 στό άρθρο ΕΥΡΩΠΗ : Αρχαιότερος λαός στόν χώρο τής Μεσογείου , είναι ό λαός τής Κεντρικής Ελλάδος καί Αιγαίου.

Ι.Θωμόπουλος 1912 «Πελασγικά» : Οί ετεοκρήτες εισέδυσαν στήν Ασία καί ίδρυσαν βασίλεια

J.T.HOOKER Άγγλος Ελληνιστής (εισαγωγή στήν Γραμμική Β’ εκδ.ΜΙΕΤ 1994) :Οί Μυκηναίοι διείσδυσαν όλο καί βααθύτερα στήν Δυτική Μεσόγειο, Σαρδηνία, Ιβηρία, Σικελία καί στό εσωτερικό τής Μικράς Ασίας

Διόδωρος Σικελιώτης (1,27) Αρριανός Ινδική, 5 : Περί τούς Αργοναύτας καί τόν Δίιόνυσον καί έτερα πολλά τών έν τοίς παλαιοτάτοις χρόνοις πραχθέντων & Έλληνες άφησαν απογόνους στήν Ινδική, ερχόμενοι από Καύκασο

Ηρόδοτος Ζ,150 : Από Περσέα καί Ανδρομέδα γεννήθηκε ό Πέρσης

Κορνήλιος Νέπως (Βίοι Hannibal κεφ 3,4) : «…ad Alpes venit , quae Italiam ab Gallia seiungunt , quas nemo umquam cum exercitu ante cum practer Herculem Graium transierat , quo facto is hodie saltus Graius appelatur ..»Παντού λοιπόν επήγαν οί Έλληνες , αυτό είναι ιστορικό γεγονός Τό ότι άλλοι ήρθαν στήν Ελλάδα, αυτό είναι ελπίδα τών κομπλεξικών ανθελλήνων

Κικέρωνας : «PISISTRATUS PRIMUS HOMERI LIBROS CONFUSOS ANTEA SIE DISPONISSE … UT NUNC HABEMUS (DE ORATORE III 137)Είχαμε λοιπόν αλφάβητον πολύ πρίν τά ψυχολογικά χρονικά όρια τών Φοινικιστών

Τάκιτος : «Arcade ab Evandro dedicerum litteras, et forma litteris Latinis» Annales 11,14Οί Έλληνες δηλαδή κατείχαν γραφή πρίν τούς Αρχαϊκούς χρόνους ΤΟ Ε είναι στούς Δελφούς από τό 2500πχ

Στόν δίσκο τής Φαιστού φαίνονται καθαρά τά Α,Β,Ε,Η,Υ
ΠΑΝΑΡΧΑΙΑ ΕΞΕΛΙΓΜΕΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΦΗ

Όμηρος Ζ169Οί ψυχικές καί έντονες καταστάσεις δέν διεγείρονται από πικτογραφίες καί ιερογλυφικά

Πλούταρχος «Περί Σωκράτους δαιμονίου» 577F : Πίνακα χαλκούν έχοντα γράμματα πολλά θαυμαστά , παμπάλαια..

Γραφή οί Έλληνες έχουν από τήν Μυθική εποχή :
ΑΙΣΧΥΛΟΣ , Ικέτιδες 946 καί Προμηθέας 455
ΣΟΦΟΚΛΗΣ , Τραχίναι 156
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ , Ιππόλυτος 865, Ιφιγένεια έν αυλίδι 33
ΣΤΟΒΑΙΟΣ , περί γραμμάτων ΠΑ΄
Ηρόδοτος – Κλειώ 58 : «Τό δέ Ελληνικόν γλώσση μέν , επεί τέ εγένετο , αεί ποτέ τή αυτή διαχράται ....»
Κικέρων « Οί Θεοί διαλέγονται , τή τών Ελλήνων γλώττη χρώνται »
Στράβων καί Ευήμερο : «ταύτα ού ποιητών πλάσματα εστίν, ουδέ συγγραφέων, αλλά γεγενημένων ίχνη καί προσώπων καί πράξεων»

ή ινδοευρωπαϊκή θεωρία εστηρίχθη σέ γλωσσολογικά τεκμήρια καί όχι αρχαιολογικά. Αντίθετα από τήν επικρατούσα πρακτικήοί ινδοευρωπαϊστές επεχείρησαν νά προσαρμόσουν αρχαιολογικά τεκμήρια στήν θεωρία των καί όχι νά εκπονήσουν μία θέσι στηριζομένη στά τεκμήρια αυτά. Ή πρακτική αυτή απετέλεσε καί αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία.

Τό σημαντικώτερο Ελληνικό ιερογλυφικό είναι ό δίσκος τής Φαιστού, ό οποίος δέν είναι χαραγμένος αλλά παρουσιάζει αποτυπώματα από μικρές σφραγίδες καί θεωρείται τό πρώτο βήμα στήν τυπογραφία.Ή ανάλυση τών σχημάτων καί τής μορφής τών γραμμάτων τού Ελληνικού αλφαβήτου πού μέ παραστατικότητα καί εικονιστική ακρίβεια περιγράφουν ώς προφορά καί συμβολισμοί τήν Ελληνική ρίζα καί τίς λέξεις ή αντικείμενα ή έννοιες πού εκπροσωπούν, οδηγεί στήν συσχέτιση τών συμβόλων μέ τά Ελληνικά γλωσσικά στοιχεία. Τό γεγονός αυτό εντάσσει αφ’εαυτό τά γράμματα τής Ελληνικής στό γλωσσικό σύστημα τής Ελληνικής καί αποδεικνύει ότι τά γράμματα μόνον τήν Ελληνική γλώσσα καί τίς σημασίες της εκφράζουν. Ή μεγαλοφυής αυτή ανακάλυψη τήν οποία δυστυχώς ή επιστήμη αγνοή, μολονότι αποτελεί συνέχεια καί ολοκλήρωση τής λησμονημένης Πλατωνικής προσεγγίσεως τού προβλήματος τής γλώσσης (Κρατύλος). Διαλύει οριστικά τήν θεωρία ότι ή Ελληνική γλώσσα προήλθε από άλλη, δεδομένου ότι αποδεικνύεται ώς ή μόνη μή συμβατική γλώσσα, ή μόνη δηλαδή πού παρουσιάζει αιτιώδη σχέση μεταξύ τού συμαίνοντος καί τού συμαινομένου.

Στήν «φοινικική» τό Ελληνικό Α σημαίνει βόδι καί λεγόταν άλεφ μέ φωνητική αξία σίγμα. Τό Β σημαίνει καλύβα καί λεγόταν μπέθ, τό Γ σημαίνει καμήλα καί λεγόταν γκιμέλ. Καμία σχέση λοιπόν μέ ήχο, εικόνα καί σχήμα μεταξύ τού συμαίνοντος καί συμαινομένου.

Ό Δαμιανός Στρουμπούλης, στήν μελέτη τού ( Γέννηση καί ερμηνεία τής Ελληνικής Γραφής, Αθήναι 1987) γράφει χαρακτηριστικά : «από παιδιά διδασκόμαστε ότι οί Έλληνες δανείστηκαν τήν γραφή από τούς Φοίνικες. Πώς όμως οί Έλληνες ένας λαός τόσο εκφραστικός, πρωτότυπος, εικονολάτρης, πολυμήχανος, είναι δυνατός νά αποτύπωσε τόν προφορικό του λόγο μέ δανεικά σχήματα, ξένα πρός τόν δικό του ψυχικό κόσμο, τίς δικές του εκδηλώσεις καί φυσικά εντελώς μηχανικά».

Ή επιστήμη εσφυρηλατήθηκε διά τών Ελληνικών καί ή γραμματική μας είναι Ελληνική εφεύρεση. Τά λογοτεχνικά μας έργα είναι Ελληνικά... καί όλες σχεδόν οί λέξεις είναι Ελληνικές». Ή Αγγλική γλώσσα μέ διάταγμα τού Ερρίκου Ε΄1422, περιέχει μόνο 27000αμιγείς Ελληνικές λέξεις καί 234000 πού έχουν πρώτο ή δεύτερο συνθετικό Ελληνική λέξη. Βάση τής Nomenclator Zoologicus ή ονοματολογία στήν ζωολογία έως τό 1994, είχε ανακαλύψει 337.789 γένη ζώων, έκ τών οποίων τά 196000 ονόματα ήταν αμιγείς Ελληνικά. Στήν ιατρική βάσει τού λεξικού Dorland1994 τό 68%, στήν βοτανολογία τό 60% βάσει τού λεξικού Δ.Καβαδία καί στήν επιστημονική καί τεχνική ορολογία τό 45% βάσει Mc Graw-Hill λεξικού, είναι λέξεις αμιγώς Ελληνικές.

I. Α. Ζαρντέ στό «La Formation du peuple Grec», Παρίσιοι 1923 σελ 215 υποστηρίζει τήν Ελληνικότητα τού Αλφαβήτου.
II. ό Γάλλος φιλόσοφος Ρενέ Ντυσσώ στό «Journal Asiatique» ,1,357,1905 υπεστήριξε πώς οί Φοίνικες έλαβον τό αλφάβητο από τούς Έλληνες : «Οί Βιωτοί ανέτρεψαν τό Α ώστε νά σχηματίζεται κεφαλή βοδιού(Βουγενής = Διόνυσος).
III. Ό Evans στό «scripta minoa Oxford» 1909 υποστηρίζει σαφέστατα ότι οί Κρήτες μετέφεραν τά γράμματα στήν Φοινίκη.
IV. Πλούταρχος «Συμποσιακά» εξηγεί τό θέμα τού Αλφα, λέγοντας πώς είναι πρώτοι οί Βοιωτοί τό παρέστησαν καί όχι οί Φοίνικες.
V. Διόδωρος Σικελιώτης στό «Βιβλίον Ε΄74» λέγει : «Ταίς δέ Μούσαις δοθήναι παρά τού πατρός τήν τών γραμμάτων εύρεσιν καί τήν τών Επών σύνθεσιν τήν προσαγορευμένη ποιητικήν» - «τούς Φοίνικες ούκ εξαρχής ευρείν τά γράμματα, αλλά τούς τύπους τών γραμμάτων μεταθείναι μόνον, καί τή τε γραφή ταύτη τούς πλείστους τών ανθρώπων χρήσασθε καί διά τούτο τυχείν τής προειρημένης προσηγορίας».
VI. Πολύβιος στά «Ιστορικά ΙΑ,4» λέγει : «Οίδού νόμος, ούκ έθος, ουλόγος ουχ έτερον ουδέν ήν κοινόν έκ φύσεως πρός αλλήλους (Φοινίκων καί Ελλήνων)».
VII. Έρμαν Ντίλς Γερμανός Φιλόλογος στό «Προσωκρατικοί καί στό άρθρο Ορφεύς» αναφέρει:«οί Έλληνες όχι μόνο εγνώριζαν γραφή, αλλά έγραφαν τίς παρατηρήσεις καί τά διανοήματά των επί λεπτών σανίδων».
VIII. Αργοναυτικά «στίχος 44 καί 104» βλέπουμε ότι : «Ό Ορφέας εξελόχευσε τόν ιερό λόγο είς Αίγυπτο καί Λιβύη.
IX. Πέρσον καθηγητής Ουψάλας 1951, κατέληξε στό συμπέρασμα ότι ή γραφή είναι Κρητικής Καταγωγής (Γραμμική Α΄).
X. Σούλτεν καθηγητής στό περί Νουμαντίας διαπίστωσε ότι ή γραφή ήταν έν χρήσει στήν Κρήτη από τό 2000πχ.
XI. Βεντρις καί Τσάντγουικ (γλωσσολόγοι) αποκάλυψαν τήν Ελληνικότητα τής Γραμμικής Β΄
XII. Ό Χουρμουσιάδης αρχαιολόγος τό 1994 έφερε στό φώς ξύλινη πινακίδα μέ χαραγμένα γράμματα τού 5260πχ (Καθημερινή 15\2\94).
XIII. Ό Καβαδίας (Ακαδημαϊκός) στό έργο του «Προϊστορική Αρχαϊολογία» αναφέρει πώς τό αλφάβητον είναι Ελληνικό.
XIV. Τό ίδιο λέγει καί ο Αρβανιτόπουλος στό έργο του «Επιγραφική».
XV. Ό ΣΠ. Μαρινάτος Καθηγητής Πανεπιστημίου στό έργο του «Αρχαϊος Κρητικός πολιτισμός» λέγει επίσης πώς τό αλφάβητον είναι Ελληνικό.
XVI. Ό Παπαγιανόπουλος Καθηγητής Επιγραφολογίας 1939 έργο «Ό Μέγας Αλέξανδρος καί ό Παγκόσμιος Ελληνισμός» Ελληνικές εκδ, Δαρέμα σελ 146 υπεστήριξε πώς τό αλφάβητον κακώς πιστεύεται πώς είναι Φοινικικό.
XVII. Ό Θεόδωρος Μπίρτ Γερμανός καθηγητής Ιστορίας στό έργο του «ό Μέγας Αλέξανδρος» βεβαιώνει γιά τήν Ελληνικότητα τού Αλφαβήτου.
XVIII. Ό «Τσίλμερτ Μάρεϊ» Άγγλος Ιστορικός καί φιλόλογος αναφέρει πώς οί Έλληνες γνώριζαν πρώτοι γραφή.
XIX. Ο Γερμανός Schneider στό «Der Kretische Ursprung des Phonizichen Alphabets» αναφέρει πώς Κρητικό είναι τό Αλφάβητον.
XX. Θεόφιλος Βauger ό σημαντικότερος γλωσσολόγος τής Ευρώπης θεωρεί τούς Έλληνες ώς δημιουργούς τού αλφαβήτου λέγοντας τά εξής : «Άτοπον γάρ τόν θεμέλιον τής Ελληνικής διαλέκτου, βάρβαρων εύρημα λέγειν»-«Γραμματικού Χοιροβοσκού, Προλεγόμενα, p340»
XXI. Ό Βίκο υποστηρίζει πώς είναι φληναφήματα τά περί τού αρχεγόνου Εβραϊκού αλφαβήτου καί ότι φυσικά τά γράμματα εδόθησαν από τούς Έλληνες στούς Εβραίους καί όχι αντίστροφα (Ουμπέρτο Έκο: «ή αναζήτηση τής Τέλειας Γλώσσας»).
XXII. Τό Γαλλικό περιοδικό L’ EXPRESS INTERNATIONAL τ,2611, 19/8/2001 λέγει: «Ή ΕΛΛΑΣ τής οφείλουμε τά πάντα, Αλφάβητον, Δίκαιον, Δημοκρατία, Θέατρον, Αθλητισμόν, Φιλοσοφία, Μαθηματικά, Ιατρική, Ηθική, Αστρονομία, Τέχνη...»
XXIII. Όλιβερ Ταπλιν καθ. Οξφόρδης , Οί Έλληνες εδραίωσαν τόν αλφαβητισμόν στήν καρδιά τού δυτικού πολιτισμού, γιαυτό καί ή λέξης έιναι Ελληνική από τά πρώτα δύο Ελληνικά γράμματα.
XXIV. Χένρυ Μίλλερ (εκδ.Πλείας) λέγει : «ή Κνωσός κληροδότησε στόν κόσμο τήν πιό μεγαλοπρεπή κληρονομιά πού γνώρισε ό άνθρωπος τό αλφάβητον. Ή Κνωσσός υπήρξε κοσμική μέ τό αληθές νόημα τής λέξεως. Ό πολιτισμός πού αντιπροσωπεύει διαλύθηκε 1500χρόνια πρίν έλθη στή γή ό Σωτήρας, αφού κληροδότησε σέ ολόκληρο τόν Δυτικό κόσμο τό Αλφάβητο».
XXV. New Webster Dictionary of English Language edition Grolier, New York , τό αλφάβητον είναι Ελληνικό
XXVI. Διονύσιος Ζακυθηνός, τό αλφάβητον είναι Ελληνικό
XXVII. Χάρης Λαμπίδης, τό αλφάβητον είναι ΕλληνικόνXXVIII. Πώλ Φώρ στό «ή καθημερινή ζωή στήν Κρήτη τήν Μινωϊκή εποχή» Εκδ Ωκεανίς Αθήναι 1976 λέγει : « Τό Αλφάβητον είναι Κρητικής προελεύσεως».
XXIX. Reinach στό «Les Celtes dans les valees du-po-et-du-Danube» λέγει πώς Μυκηναϊκό είναι τό Αλφάβητον.
XXX. Burrews «The discoveries in Crete» Ό Έλλην ήτο ό Φοίνικας.
XXXI. HUMEZ «Alpa to Omega» ψεύται οί Φοινικισταί
XXXII. LODS « Πρό χριστιανική εποχή, Ελληνικές εκδ, Δίβρις σελ 109» Έλληνες δίδαξαν τό Αλφάνητον στούς Φοίνικες
XXXIII. Dussaud « Les Civilisations prehelleniques dans le basin de la mere gee» Οί Έλληνες έδωσαν τό αλφάβητον στούς Φοίνικες.
XXXIV. Ουϊλ Ντυράν «Ιστορία τού πολιτισμού» Ελλ.Εκδ Αθήναι 1965 τόμος Α. Τό αλφάβητον λέγει ό Ντυράν είναι Ελληνικόν.
XXXV. Κάρολος Μπαίρλιτς «Μυστήρια από ξεχασμένους κόσμους» Ελλ,Εκδ, Ράπτης, σελ 253. Ελληνικόν τό Αλφάβητον.
XXXVI. Ανδρέας Παπαγιαννόπουλος αρχαιολόγος-επιγραφολόγος, τό αλφάβητον λέγει είναι Ελληνικόν.
XXXVII. Mario Pei Καθηγητής γλωσσολογίας στό Columbia University USA «Funk and Wagnalis New Encyclopedia» 1972 τόμος 13 σελ 451. Τό αλφάβητον ήτο Ελληνικό.
XXXVIII. De Saussure «Course in general linguistuics» page 39, Ελληνικόν είναι τό Αλφάβητον.
XXXIX. Αρβανιτόπουλος (1874-1938) εκδόσεις Εστία Αθήναι 1937 τόμος 1. Ελληνικόν τό Αλφάβητον.
XL. Γεώργιος Σμίθ καί Μαυρίκιος Σμίτ 1872 καί 1876 επίσης συμφωνούν μέ τήν Ελληνική προέλευση τού Αλφαβήτου.
XLI. Εφημερίς Βραδυνή 27\3\87 γραφή από τό 8000 πχ
XLII. Εφημερίς Ακρόπολις 17\1\87 ό ΕΟΤ καταστρέφει αρχαιολογικά ευρήματα, εγχάρακτων παραστάσεων.
XLIII. Εφημερίς Μεσημβρινή 25\11\86 περί Ελληνικού Αλφαβήτου.
XLIV. Κωνσταντίνος Τσάτσος Καθηγητής Πανεπιστημίου, Φιλόσοφος, Νομικός, Ποιητής. Τό Αλφάβητον είναι Ελληνικόν.
XLV. Καθηγητής Στασινόπουλος, τό Αλφάβητον είναι Ελληνικόν.
XLVI. ΙΛΙΑΣ 168 « Βασιλεύς Προίτος απέστειλε είς τόν πενθερόν του επιστολήν (σήματα Κάδμου).
XLVII. Ευριπίδης (Αποσπ.578) Παλαμήδης,Επίχαρμος καί Σιμωνίδης εποίησαν τό Αλφάβητον.
XLVIII. Γκεοργήεφ Βούλγαρος Ακαδημαϊκός συμφωνεί μέ τήν Ελληνική καταγωγή τού Αλφαβήτου.
XLIX. Ζακλίν ντε Ρομιγί: Η γηραιότερη (ξεχάσαμε πότε υπερέβη τα 90 της) και επιφανέστερη ελληνίστρια, που διά βίου αγωνίζεται για τη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών κειμένων και για την ευτυχία που μπορούν να προσφέρουν στην Ευρώπη, όπως η ίδια βεβαιώνει. Μετέχουσα στην εκστρατεία «ένα δένδρο για την Ελλάδα», με στόχο την αναδάσωση των καμένων του Αυγούστου, δηλώνει στον «Ελεύθερο Τύπο» των Αθηνών: «Πρόκειται ακριβώς για αλληλεγγύη! Για όσα ο πολιτισμός χρωστάει στην Ελλάδα. Ο ελληνικός πολιτισμός είναι σημείο αναχώρησης όλων των πολιτισμών του κόσμου»…
L. Ενριέτα Βαλτέρ, Γαλλίδα Γλωσσολόγος « Είς τήν γλώσσα όλοι είμαστε Έλληνες».
LI. ό Ηρόδοτος «σύν τώ χρόνω μεταβάλλοντας τήν γλώσσα, μετέβαλλον καί τόν ρυθμό τών γραμμάτων».
LII. Ό ιστορικός Δούρις απέδιδε τά γράμματα στόν Φοίνικα, παιδαγωγό τού Αχιλλέως.
LIII. Ό M.Minoide στήν πραγματεία του «Καλλιόπη» γράφει: «ό Πίνδαρος έχει τήν γνώμη πώς τά γράμματα εφευρέθησαν από έναν Αθηναίο ονόματι Στοίχος.
LIV. S.G. Rembroke στό έργο τού (The legacy of Greece, oxford university press 1994) λέγει : «Στούς φοίνικες εδίδετο ρόλος ενδιαμέσων πού ξέφευγε από οποιαδήποτε πληροφορία τής Ιστορίας. Ένας ρόλος δηλαδή μεταφορέα τής σοφίας καί τού πολιτισμού τού «περιουσίου λαού πρός τούς απολίτιστους καί δή στούς Έλληνες».
LV. Ό Δαμιανός Στρουμπούλης στήν μελέτη τού ( Γέννηση καί ερμηνεία τής Ελληνικής Γραφής, Αθήναι 1987) γράφει χαρακτηριστικά : «από παιδιά διδασκόμαστε ότι οί Έλληνες δανείστηκαν τήν γραφή από τούς Φοίνικες. Πώς όμως οί Έλληνες ένας λαός τόσο εκφραστικός, πρωτότυπος, εικονολάτρης, πολυμήχανος, είναι δυνατός νά αποτύπωσε τόν προφορικό του λόγο μέ δανεικά σχήματα, ξένα πρός τόν δικό του ψυχικό κόσμο, τίς δικές του εκδηλώσεις καί φυσικά εντελώς μηχανικά».
LVI. Σουίδας στό λήμμα -Σαμίων δήμος- θεωρεί πώς τά γράμματα επινοήθησαν στήν Σάμο καί οί Αθηναίοι τά μετέφεραν στήν ανατολή.
LVII. «τινές δέ φασί τούς χαρακτήρας τών στοιχείων τούς παρ’ημίν από Ερμού έν φοίνικος φύλλω γεγραμμένους καταπεμφθήναι τοίς ανθρώποις».
LVIII. Ό Αριστείδης ό Ρήτωρ, ό έξ’Ανδριουπόλεως τής Μικράς Ασίας καταγόμενος τόν 2αί.μχ γράφει: «πάσαι γάρ πόλεις καί πάντα τών ανθρώπων τά γένη πρός ημάς καί πρός τήν ημετέραν δίαιταν καί φωνήν απέκλινε...Ηρακλέους στήλαι...Λιβύης...Βοσπόρω...Συρίας.. Κιλικίας, αλλά πάσαν τήν γήν...καί δί’ημών ομοφώνος γέγονε πάσα ή οικουμένη».
LIX. Ό Γουίλ Ντυράν(1885-1981)φιλόσοφος, ιστορικός καί καθηγητής τού Πανεπιστημίου Κολούμπια, γράφει: «τό αλφάβητον μάς ήλθε στήν δύση διά τής Κύμης».

Περί τά τέλη τού Μεσαίωνα, οπότε θρησκευτικός φανατισμός καί ό σκοταδισμός είχαν φθάσει σέ τέτοιο σημείο, ώστε νά θέλουν τήν κόρη τού Αγαμέμνονος Ιφιγένεια ώς κόρη τού Ιέφθα, τόν Δευκαλίωνα ώς Νώε, τόν Ορφέα ώς Μωησή ή σέ διαστροφές τούς Τειρεσία, τόν Φαέθωνα ώς Σατανά κτλ. Από το 1599 όμως με την επίσκεψη Άγγλων ιεραποστόλων στις Ινδίες, όπου σημειώθηκε μια μετακίνηση του γλωσσικού ενδιαφέροντος, από την εθνική γραμματική προς τη συγκριτική εξέταση των γλωσσών. Η ανάγκη που παρουσιάστηκε στους ιεραποστόλους να αποδείξουν ότι ή Ευρωπαϊκή γλώσσα (δηλαδή ή Ελληνική) πρέπει ντέ καί καλά νά προήλθε από κάποια Ασιατική, ώστε νά μάς οδηγήσουν στήν παλαιά διαθήκη καί νά ευχαριστούμε τούς καλούς εβραίους πού μάς έδωσαν γλώσσα νά μιλάμε.Οί Δυτικό-Ευρωπαίοι έπρεπε νά διαμορφώσουν μία θεωρία πού νά τούς κάνει ανώτερους έναντι τών υποτελών των. Εντάσσοντας λοιπόν τούς Έλληνες μέ τό «ζόρι» στήν ινδοευρωπαϊκή των ομοεθνία, επιτυγχάνουν νά συνδεθούν πολιτιστικώς μέ τούς Έλληνες, κλέβοντας ουσιαστικώς από τό μεγαλείο των. Από τήν άλλη θεωρούνται απόγονοί ενός πολιτισμού πού εγέννησε τόν Ελληνικό. Διεκήρυξαν λοιπόν μέ θράσος τήν ανωτερότητά των έναντι τών μή ινδοευρωπαϊκών λαών, τούς οποίους είχαν υπό τήν κυριαρχία των. Έτσι αυτοί πού καταπίεζαν καί απομυζούσαν τούς Ασιάτες καί Αφρικανούς, είχαν τήν θεωρία γιά νά στηρίξουν τίς πράξεις των. Ετόλμησαν μάλιστα νά συγκρίνουν τούς «δούλους» στήν Αρχαία Ελλάδα, μέ τούς Αφρικανούς δούλους πού χρησιμοποιούσαν καί επότιζαν μέ αίμα τίς φυτίες τών στήν Αμερική. Άς μήν ξεχνούμε τόν όρο πού χρησιμοποιούσαν οί Ευρωπαίοι γιά τούς λαούς εκτός Ευρώπης , άγριοι. Ήσαν δηλαδή μεταξύ ανθρώπου καί ζώου, εμπορεύματα κατάλληλα πρός διάθεσιν στίς μεγάλες αγορές δούλων, τών Βρεττανών καί άλλων πού τολμούν νά κάνουν σήμερα μαθήμα στούς Έλληνες γιά ανθρώπινα δικαιώματα κτλ. Συγγραφείς θεωρούν τήν ονομασία φοινίκεια γράμματα, έκ τού κόκκινου χρώματος μέ τό οποίο έγραφαν τότε. Άλλοι πάλι θεωρούν ότι ή ονομασία προέρχεται από τά φύλλα φοίνικος όπου έγραφαν. Μετά πάντως τόν κατακλυσμό τού Δευκαλίωνος, ουδείς εφύλαξε τά γράμματα είς τήν μνήμην, πλήν τών Πελασγών, τών άφ’Ελλάδος είς βαρβάρους πλανηθέντων. Άλλοι γραμματικοί τά γράμματα τά ονομάζουν ευκρινώς Πελασγικά. Άλλοι λένε πώς είναι Κρητικά τά γράμματα, άλλοι πώς είναι έκ τού παιδαγωγού τού Αχιλλέως, Φοίνικα, αλλά υπάρχουν καί άλλοι πού λέγουν πώς τά γράμματα τά έφερε ό Ερμής, χαραγμένα σέ φύλλα φοίνικος «τινές δέ φασί τούς χαρακτήρας τών στοιχείων τούς παρ’ημίν από Ερμού έν φοίνικος φύλλω γεγραμμένους καταπεμφθήναι τοίς ανθρώποις». Άλλοι πάλι συγγραφείς λέγουν πώς ό Σίσυφος βρήκε τά γράμματα. Ό Ευριπίδης καί ό Στησίχορος επιμένουν στόν Παλαμήδη, ενώ ό Σουίδας στό λήμμα -Σαμίων δήμος- θεωρεί πώς τά γράμματα επινοήθησαν στήν Σάμο καί οί Αθηναίοι τά μετέφεραν στήν ανατολή. Ή επιγραφή τής Πάφου σέ μία κρήνη, ή επιγραφή σέ αγγείο τών Δελφών «Αμφιτρύων μ’ανέθηκε λαβών από τηλεβοάων», ή μαρτυρία τού Ομήρου όταν αναφέρεται στόν Βελλερεφόντη «γράψας έν πίνακι πτυκτώ θυμοφθόρα πολλά», τά έργα τού Ορφέως, ή μαρτυρία τού Διονυσίου, μαθητή τού Αριστάρχου καί πολλά άλλα συνηγορούν στό ότι οί Έλληνες έγραφαν πολύ πρίν τόν Τρωικό πόλεμο, καί πολύ πρίν φυσικά εμφανισθούν στόν κόσμο οί Φοίνικες. Στήν αρχή οί Έλληνες είχαν 16γράμματα: Α,Β,Γ,Δ,Ε,Ι,Κ,Λ,Μ,Ν,Ο,Π,Ρ,Σ,Τ,Υ. Ό Σιμωνίδης πρόσθεσε τά Η,Ω,Ξ,Ψ καί ό Παλαμήδης πρίν από αυτόν είχε επινοήσει τά Θ,Φ,Χ,Ζ. Άν αυτό τελικά ήταν αλήθεια, ό Όμηρος τά εγνώριζε. Μερικοί αποδίδουν τήν εύρεση τών Θ,Φ,Χ,Ζ στόν Επίχαρμο τών Συρακουσών, πού υπήρξε σύγχρονος τού Κάδμου. «Φοινίκεια τά γράμματα ελέγοντο, ώς φήσιν..Ετεωνεύς καί Μένανδρος, ό ιστορικός, επειδή έν πετάλοις φοινικικοίς εγράφοντο, ή όπερ κρείττον εστίν ειπείν, ότι φοινίσσεται υπ’αυτών ό νούς, ήτοι λαμπρύνεται» (Bekker Anecd). Ή Ελληνική γλώσσα άλλωστε παρουσιάζει κανονική εξέλιξι :1. Πρώιμο στάδιο Εικογραφικό2. Ιερογλυφικό3. Συλλαβογραφικό4. Φθογγογραφικό.Η σφηνοειδής γραφή στο Μπεχιστούν της δυτικής Ινδίας δέν οδήγησαν ποτέ στό μεγαλείο τών Ελληνικών γραφών καί τούς Ομήρου.Τό Κυπριακό καί ή Γραμμική γραφή Β έχουν ήδη αποκρυπτογραφηθή καί εκφράζουν ολοκάθαρα τήν Ελληνική αδιάσπαστη γλώσσα. Ή Γραμμική Β αποτελεί εξέλιξη τής Γραμμικής Α(Τσικριτσής Γραμμική Β εκδ.Βικελαίας, ακόμα καί τό National Geographic συμφωνεί μέ τήν εξέλιξι αυτή εκδ.Ελλ.τ.6,1999) καί αποκρυπτογραφήθηκε από τούς Βέντρις καί Τσάντγουϊκ τό 1952. Τίς σχετικές πινακίδες βρήκε ό Evans τό 1900 στήν Κρήτη, αλλά καί αλλού όπως Κυκλάδες Επτάννησα, Στερεά Ελλάδα καί Πελοπόννησο.Πλάκες χαραγμένες έχουν βρεθή είς τό Αρκαλοχώρι τής Κρήτης. Ό Evans έξ’αρχής υποστηρίζει : «πώς ή Γραμμική Β καί τά συλλαβογράμματα εκφράζουν τήν Ελληνική γλώσσα. Λέγει πώς οί Φοίνικες παρέλαβαν τήν γραφή από τούς Κρήτες, οί οποίοι κατά τόν 13ον πχ αιώνα αποίκησαν τίς ακτές τής Παλαιστίνης ώς Φιλισταίοι». Περίπου τήν ίδια εποχή ό Ρενέ Ντυσσώ διατύπωσε τήν άποψι: «οί Φοίνικες είχον παραλάβει πρωιμώτατα τό αλφάβητον, παρά τών Ελλήνων, οίτινες είχον διαμορφώσει τούτο έκ τής Κρητομυκηναϊκής γραφής». Στήν ουσία οί Φοίνικες παρέλαβαν συλλαβάριο καί γιαυτόν τόν λόγο ποτέ δέν ανέπτυξαν αλφάβητο. Όπως τό πήραν έτσι καί παρέμεινε. Δηλαδή μέ τήν λέξη ΔΔΜΣ οί Φοίνικες καταλάβαιναν Διδυμαίος, Δαβίδ κ.ο.κ. Αντιθέτως ή Ελληνική φυσιολογική εξέλιξις κατέληξε στό σημερινό σύστημα γραφής, τό πρώτο καί μοναδικό δηλαδή αλφαβητάριο στήν παγκόσμια Ιστορία. Σπουδαίο στοιχείο πού έφερε ό Βέντρις ήταν τά δωρικά στοιχεία πού είχε Γραμμική Β, τοποθετώντας χρονικά τούς Δωριείς μετά τούς Μυκηναίους, δίδοντας άλλο ένα «χαστούκι» στίς ινδοευρωπαϊκές θεωρίες καί στίς καθόδους τών Δωριέων, ή τών Απάτσι, ή τών Ζουλού καί άλλων «Ελλήνων»πού μπορεί νά ήρθαν περί τό 1200πχ. Ανέκαθεν λοιπόν οί Δωριείς ήσαν στήν Πελοπόννησο καί γιαυτό κανένας ιστορικός δέν γράφει γιαυτούς. Ή μόνη κάθοδος πού γράφουν οί αρχαίοι συγγραφείς, είναι ή κάθοδος τών Ηρακλειδών καί εξιστορούν μέ αυτό, τήν επάνοδο τών εκδιωχθέντων έκ τής Πελοποννήσου απογόνων τού Ηρακλέους, είς τήν προγονικήν καί δωρικήν έκπαλαι Πελοπόννησον (Αριστοτέλης, Στράβων, Έφορος, Διόδωρος). Κάθοδος σημαίνει επιστροφή στήν πατρίδα, όπως επάνοδος. Κάθοδος τών Μυρίων σημαίνει επάνοδος, επιστροφή, επαναπατρισμός, υπό τόν Ξενοφώντα. Γιαυτό ακριβώς καί λέμε άνοδος καί πτώσις τής θερμοκρασίας καί όχι άνοδος καί κάθοδος τής θερμοκρασίας. Τό τελευταίο πάτημα τών Φοινικιστών ήταν άν τό αλφάβητο είναι Ελληνικό, τά ονόματα τών γραμμάτων θά έπρεπε νά ήσαν κλιτά. Όμως τά ονόματα τών στοιχείων «άκλιτα εισίν, οίον τό άλφα τού άλφα τώ άλφα, τό βήτα τού βήτα τώ βήτα κ.ο.κ. διότι εισίν αρχαί, αί δέ αρχαί καί ρίζαι τών πραγμάτων απλαί θέλουσι είναι καί αποίκιλοι, οίον ή λευκότητις απλή εστίν καί αποίκιλος...ίνα μή ευθεώς είς δυσχέρειαν αυτά περιβάλλωμεν καί συγχέωμεν αυτά είς ποικιλίαν περιβάλλοντες»(Comm.είς Διον.Θράκα Σχόλια Vaticana). Οί Έλληνες έγραφαν τεκμηριωμένα από τήν 6ην χιλιετία. Στό Δισπηλιό τής Καστοριάς ό καθηγητής τού Αριστοτελείου πανεπιστημίου Κ.Γ Χουρμουζιάδης, βρήκε πινακίδα τού 5260πχ, ή οποία χρονολογήθηκε μέ τίς πιό σύγχρονες μεθόδους καί βρίσκεται στό αρχαιολογικό μουσείο Αθηνών. Αυτή ή πινακίδα εχαρακτηρίσθη ή πρώτη επιγραφή σέ όλο τόν κόσμο. Τρία χρόνια αργότερα ό έφορος τών προιστορικών καί κλασσικών αρχαιοτήτων «Α.Σαμψων» στό σπήλαιο τού Κύκλωπα στά Γιούρα τών βορείων Σποράδων ανακάλυψε θραύσματα αγγείων μέ γράμματα ίδια μέ τού σημερινού αλφαβήτου. Τά αγγεία αυτά χρονολογήθηκαν στό 4500πχ. Ό ίδιος αρχαιολόγος τό 1995 στήν Μήλο ανεκάλυψε πρωτοκυκλαδικά αγγεία τού μέσου τής 3ης χιλιετίας, πού είχαν χαραγμένα τά γράμματα Μ,Χ,Ν,Κ,Ξ,Π,Ο,Ε. Πρώτος ό Evans διατύπωσε τήν άποψι πώς ή γραφή καί τό αλφάβητο είναι καταγωγής Ελληνικής. Ό «Πόλ Φόρ» στό αμερικανικό περιοδικό «Αρχαιολογία» παραθέτει πινακίδες πού εβρέθησαν στό Κυκλώπειο τείχος τής Ιθάκης, Γραμμικής Α τού 2700πχ. Γιά παράδειγμα : Οί παλαιότερες Κινεζικές επιγραφές είναι τού 1450πχ, ενώ τά παλαιότερα Εβραϊκά γραπτά είναι τού 700πχ. Τά αρχαιότερα κείμενα τών Άγγλων ανάγονται στόν 8ον μχ αιώνα, τών Γερμανών τόν 4ον μχ αιώνα(τού επισκόπου Ουλφίλα), τών Γάλλων ανήκουν στόν 9ον μχ αιώνα (Les Serments de Strasbourg), τών Ιταλών τού 1150μχ (καντιλένα), τών Ισπανών τά παλαιότερα κείμενα ανάγονται στόν 10ον μχ αιώνα καί τών Πορτογάλων ανάγονται στόν 12ον αιώνα. Η Γόρτυνα υπήρξε πόλη πολύ παλαιά πόλις τής Κρήτης. Το όνομά της το έχει πάρει από τον ήρωα Γόρτυνα, γιο του Ραδάμανθυ (παλαιότερα λεγόταν Ελλωτίς και Λάρισσα). Δεν υπάρχουν στοιχεία για το αν υπήρχε κατά τη Μινωϊκή εποχή. Πολλοί είναι πάντως εκείνοι που τη θεωρούν σαν έδρα των πολύ παλαιών κατοίκων της Κρήτης (Hdeck). Το βέβαιο είναι ότι υπήρχε και φαίνεται ότι άκμαζε κιόλας κατά τους ηρωϊκούς χρόνους. Ο Όμηρος (Ιλ. Β, 646 και Οδ. Γ, 204) την ονομάζει "τειχιόεσσαν" και την αναφέρει μεταξύ των πόλεων της Κρήτης που είχαν φτάσει σε ιδιαίτερη άνθηση. Την αναφέρει επίσης ο Πλάτων στους "Νόμους" του (IV, 708) σαν εύπορη και ευνομούμενη πόλη. Αλλά και αρκετοί άλλοι. Η ακμή της κράτησε, με ορισμένες διακυμάνσεις φυσικά, ως το 863 μ.α.χ.χ. που καταλήθφηκε και καταστράφηκε από του Σαρακηνούς.Την εποχή της Ρωμαιοκρατίας η Γόρτυνα υπήρξε έδρα του Ρωμαίου διοικητή.Ο χώρος όπου βρισκόταν η παλαιά πόλη της Γόρτυνας βρίσκεται ακριβώς ανάμεσα στα σημερινά χωριά Άγιοι Δέκα και Μητρόπολη, δεξιά και αριστερά στον ποταμό Μητροπολιανό (τον παλαιό Ληθαίο) που προχωρεί και χύνεται στο Λιβυκό πέλαγος 90 στάδια, 16 δηλ. περίπου χιλιόμετρα νοτιότερα. 3. Στο χώρο αυτό μεταξύ των άλλων ευρημάτων βρέθηκε και η δωδεκάστηλη εκείνη "Μεγάλη επιγραφή" που αναφέραμε στην αρχή και που είναι περισσότερο γνωστή ως "Κώδιξ της Γόρτυνος".Η ανακάλυψη του βασικού τμήματός της οφείλεται στον ιταλό αρχαιολόγο Federico Halbherr που τη βρήκε με την καθοδήγηση (εξ αποστάσεως) ενός άλλου μεγάλου ιταλού αρχαιοδίφη, του Domenico Comparetti και τη σημαντική επί τόπου βοήθεια του γερμανού Ern. Fabricius. Η επιγραφή δεν βρέθηκε όλη μαζί. Ένα μικρό της κομμάτι που περιλάμβανε τους 15 πρώτους στίχους της 11ης στήλης το βρήκαν, στα μέσα περίπου του 19ου αιώνα, δύο Γάλλοι περιηγητές, ο Γ. Περρό και ο L. Thenon εντοιχισμένο σ' ένα νερόμυλο του χωριού Άγιοι Δέκα. Το τμήμα αυτό της επιγραφής αποτέλεσε για τον επιστημονικό κόσμο της εποχής την πρώτη νύξη για την ύπαρξη της επιγραφής.Είκοσι χρόνια αργότερα, ο Γάλλος επίσης B. Haussoulier, βρήκε εντοιχισμένο σ' ένα σπίτι του ίδιου και πάλι χωριού, νέο τμήμα της επιγραφής: εκείνο που περιλαμβάνει τους 15 πρώτους στίχους (αλλά μόνο τα αριστερά μισά μέρη τους της 7ης στήλης και μερικά γράμματα των στίχων 10 - 15 της 10ης στήλης). Η ουσιαστική όμως ανακαλύψη της επιγραφής οφείλεται στον F. Halbherr που αναφέραμε πιο πάνω. Αυτός ανέσκαψε συστηματικά την περιοχή και βρήκε, το 1884, τις τέσσερις πρώτες στήλες του Κώδικα της Γόρτυνος. Κατόπιν με τις οδηγίες του -γιατί ο ίδιος δεν μπόρεσε να συνεχίσει ως το τέλος τις ανασκαφές- ο Ern. Fabricius ανακάλυψε και τα υπόλοιπα τμήματα της σημαντικότητης αυτής επιγραφής που όταν ανακαλύφθηκε θεωρήθηκε σαν η μεγαλύτερη αρχαιολογική ανακάλυψη του περασμένου αιώνα. Η ερμηνεία της, έλεγαν τότε, πως θα απασχολούσε ψυχολόγους και νομικούς για μια ολόκληρη γενιά (Caillemer). Και αν όμως η σημασία της δεν είναι όμως τόση όση την φαντάστηκαν την εποχή της ανακάλυψης της, πάντως είναι πολύ μεγάλη: είναι η επιγραφή της Γόρτυνος μία από τις εκτενέστερες μέχρι σήμερα ανευρεθείσες ελληνικές επιγραφές, με κείμενο συνεχές και διατηρημένο σε άριστη κατάσταση. Αποτελείται από δώδεκα στήλες, κάθε μια από τις οποίες περιλαμβάνει 55 στίχους (πλην της δωδεκάτης που έχει μόνο 35). Αρχικά η επιγραφή στο σύνολό της θα περιλάμβανε γύρω στους 630 - 640 στίχους. Από τα κενά, που παρόλη την πληρότητά της παρουσίαζε όταν βρέθηκε, το ένα κατορθώθηκε να συμπληρωθεί χάρη στο τμήμα εκείνο που ο Thenon βρήκε και παρέδωσε το 1862 στο Λούβρο και τα άλλα χάρη στο τμήμα που ανακάλυψε, όπως πιο πάνω είπαμε, ο Haussoulier το 1879. Έτσι σήμερα φαίνεται ότι μόνο περίπου 30 στίχοι μας λείπουν: 15 από τη στήλη 10η και 15 από την 12η. Μη πλήρεις είναι επίσης και οι δέκα πρώτοι στίχοι της 9ης στήλης. Η επιγραφή είχε αρχικά τοποθετηθεί στο εσωτερικό του κυκλοτερούς τοίχου του δικαστηρίου της πόλης (Paoli). Αργότερα, επί Ρωμαϊκής εποχής, όταν οι νόμοι που περιέχονταν στην επιγραφή είχαν περιέλθει σε αχρηστία, οι λίθοι, πάνω στους οποίους ήταν χαραγμένο με κόκκινα γράμματα το κείμενο του Κώδικα, χρησιμοποιήθηκαν, με την ίδια όμως διάταξη που αρχικά είχαν, σαν οικοδομικό υλικό, για κάποιο άλλο οικοδόμημα, στα ερείπια του οποίου και τη βρίσκουμε σήμερα.Οι στήλες της επιγραφής έχουν ύψος 1,75 του μέτρου και πλάτος 0,69 (μερικές 0,67). Τα γράμματά τους είναι σκαλισμένα ωραία, ευδιάκριτα, ισόμετρα Γι' αυτό και η ανάγνωσή της θα ήταν εύκολη αν δεν υπήρχαν οι ιδιωματισμοί της Δωρικής διαλέκτου στην οποία είναι γραμμένες και οι καταστροφές που οπωσδήποτε παρουσιάζει σε ορισμένα μέρη.

Το αλφάβητο που χρησιμοποιείται σε αυτή περιλαμβάνει 19 μόνο γράμματα. Λείπουν δηλ. Τα γράμματα Η, Ξ, Φ, Χ, Ψ και Ω που τα αντικαθιστούν τα Ε, ΚΣ, Π, ΠΣ και Ο. Περιλαμβάνει επίσης και το δίγαμμα: F. Η ερμηνεία της προκάλεσε πολλές συζητήσεις, προτάθηκαν δε σχετικώς αρκετές αναγνώσεις. Επρόκειτο περί παλαιάς επιγραφής. Σ' αυτό συνετέλεσε και το ότι οι λέξεις είχαν χαραχθεί βουστροφηδόν, δηλ. από δεξιά προς τα αριστερά και ύστερα από τα αριστερά προς τα δεξιά κ.ο.κ. (σημειωτέον ότι και οι κολόνες επίσης της επιγραφής διαβάζονται αρχίζοντας από τη δεξιά κολόνα και προχωρώντας προς τα αριστερά) καθώς και η αρχαϊκή μορφή (σχήμα) πολλών γραμμάτων. Έτσι στην αρχή ανήγαγαν την επιγραφή πρό 3000 ετών τουλάχιστον. O Comparetti όμως καί Caillemer έπεσαν νά τήν βγάλουν σχεδόν στόν αιώνα τού Περικλέους, γιά νά μήν χαλάσει ή μόδα πού θέλει τούς Έλληνες νά ξύπνησαν ένα πρωί κάπου στόν 5ον αιώνα πχ καί νά τά ανακάλυψαν όλα, χωρίς παρελθόν καί αιώνες δουλειάς. Οι δυσκολίες που παρουσιάζει η χρονολόγηση του Κώδικα της Γόρτυνος οφείλονται στο ότι συμπλέκονται σε αυτή στοιχεία και σχήματα από τη μια μεριά αρχαϊκά και από την άλλη δικαιϊκοί θεσμοί εξαιρετικά εξελιγμένοι (Caillemer). Επιχείρημα υπέρ εκείνων που δέχονται την αρχαιότητα του Κώδικα της Γόρτυνος θα μπορούσε να αποτελέσει και το γεγονός ότι δεν γίνεται πουθενά λόγος στην επιγραφή περί εγγράφων. Βέβαια όταν χαράχτηκε ο Κώδικας της Γόρτυνος, η γραφή είχε βρεθεί (αφού ο Κώδικας είναι γραμμένος). Γιά νά φθάσουν οί Έλληνες στήν δημιουργία αλφαβήτου, χρειάστηκαν νά ξεκινήσουν από πρωτόγονες γραφές, μέχρι νά καταλήξουν στήν τελειότητα πού γνωρίζουμε σήμερα. Οί Μινωίτες αρχικώς χρησιμοποιούσαν ένα είδος γραφής ιερογλυφικής. Κατόπιν χρησιμοποίησαν τήν Γραμμική (Α) καί μέ τήν επικράτηση τών Αχαιών καθιερώθηκε ή Γραμμική (Β). Ή αποκρυπτογράφηση τής Γραμμικής Β έγινε από τόν Άγγλο ασυρματιστή Ventris, επιβεβαιώνοντας ότι στήν εποχή αυτή, μιλούσαν στήν Κνωσσό τήν ίδια γλώσσα μέ αυτή πού μιλούσαν οί Αχαιοί. Τά ιερογλυφικά άρχισαν νά δημιουργούνται στήν Κρήτη από τούς Έλληνες, διότι μόνον Ελληνόφωνοι εδημιούργησαν πολιτισμό στό νησί. Τά Ελληνικά ιερογλυφικά είναι αυτόνομη εφεύρεση καί έχουν εικονογραφικό καί φωνητικό χαρακτήρα. Κάθε Ελληνικό ιερογλυφικό παριστάνει ένα αντικείμενο μέ φωνητική αξία. Ή διαφορά τών Ελληνικών διαλέκτων δημιούργησε καί τήν διαφορά τών Γραμμικών Α καί Β, οί οποίες εμφανίζονται πρός τό παρόν νά αντιπροσωπεύουν τίς κυριότερες διαλέκτους στόν προιστορικό Ελληνικό χώρο. Δέν είναι παράξενο πού στήν Θεσσαλία έχουμε ιερογλυφικά ή απλά γραμμικά μέ άλλη φωνητική αξία, ή οποία αναφέρεται στήν ονομασία τού ιδίου αντικειμένου στό τοπικό γλωσσικό ιδίωμα. Τήν γραμμική τήν δημιούργησαν γιά νά έχουν τήν γραμμική παράσταση αντικειμένου καί όχι τήν εικόνα, διότι ή δεύτερη ήθελε γιά νά γραφή καλλιτεχνικό χέρι καί επομένος είναι χρονοβόρα. Ή στασιμότητα στήν έρευνα τών γραμμικών γραφών οφείλεται στό ότι κανένας εκούσια ή ακούσια δέν αντιλήφθη ότι οί φωνητικές αξίες ακολουθούν τά γλωσσικά ιδιώματα καί ότι κάθε μετάφραση λέξεων πρέπει νά ακολουθή πάλι τό τοπικό ιδίωμα, τό οποίο ομιλείται ακόμα καί σήμερα στό κάθε γεωγραφικό διαμέρισμα τού Ελληνικού κόσμου μέ τίς έννοιες πού είχε κάθε λέξη στήν Μινωϊκή καί Μυκηναϊκή εποχή. Μέ αφορμή τήν ανάγνωση καί μετάφραση τής ιερογλυφικής γραφής στόν θησαυρό τών Αηδονίων, τίς φωτογραφίες τών οποίων δημοσίευσε ή Κυριακάτικη 28/01/96 αντιληφθήκαμε τόν τρόπο μέ τόν οποίο γράφονται τά Ελληνικά ιερογλυφικά καί οί γραμμικές. Στήν παράσταση τής σφενδόλης στό ιερογλυφικό, είχαμε τήν λέξη sare ή λέξη προέρχεται από τήν σαρίρ. Κατά τόν Ησύχιο λέξη Λακώνων καί σημαίνει κλάδος φοίνικος. Πράγματι στήν επιγραφή έχουμε γυναίκα νά κρατά κλαδί φοίνικα. Έχουμε λοιπόν χρήση τής πρώτης συλλαβής τής λέξεως μέ τήν οποία ονόμαζαν τόν φοίνικα καί μέ τήν εικόνα του νά περιστάνεται σ’αυτήν τήν περίπτωση μέ τό συλλαβόγραμμα sa. Γνωρίζοντας ότι όλες οί γραφές αποτυπώνουν τήν αρχαία Ελληνική στίς κατά τόπους διαλέκτους, αρχίζουμε νά εξετάζουμε τά ιερογλυφικά καί κατεπέκταση τά συλλαβογράμματα τής Α καί Β. Ή προσπάθεια αποτυπώσεως όσων ό Έλληνας έβλεπε μέ τό μάτι, μάς κάνει νά συμπεραίνουμε πώς τά ιερογλυφικά ήταν χιλιάδες. Σέ σχέση πάλι μέ τίς διαλέκτους τά συλλαβογράμματα αυξάνονται, καθότι μέ τήν ίδια εικόνα αποδίδονται πολλές φωνητικές αξίες. Ένα συλλαβόγραμμα παριστάνεται μέ αρκετές εικόνες λόγω πληθώρας ονομάτων καί αντικειμένων πού αρχίζουν μέ τό ίδιο συλλαβόγραμμα. Έχοντας τήν πλουσιοτέρα σέ λέξεις γλώσσα, μπορούμε νά υπολογίσουμε πόσα θά ήταν τά ιερογλυφικά καί τά συλλαβογράμματα. Παραδείγματα :• ΜΟ (γραμ.Β) κεφάλι μόσχου = ΜΟ – σχος• ΚΟ (γραμ.Β ) καρπός κολιάνδρου = ΚΟ – λίανδρος• ΚΙ (γραμ. Β) σχέδιο κανάτας = Κύ – λΙξ• ΝΙ ( γραμ. Β ) σχέδιο σύκου = ΝΙ – κύλεα (είδος σύκου στήν Κρήτη)• Ι ( ιερογλ.) σχέδιον καρφιού = Η – λάρΙον• ΚΥ (γραμ. Α,Β) σχέδιον πουλιού πετάμενου = ΚΥ – κνίας είναι είδος αετού• Υ (γραμ. Α,Β ) σχέδιο πηδαλίου πλοίου = Υ – αξ (πηδάλιο)• ΝΑΥ (ιερογλ.) σχέδιο πλοίου = ΝΑΥ – ς• ΤΙ ( ιερογλ. καί γραμ. Α,Β) σχέδιο τρίποδα = ΤΙ – βην (τρίποδας)Γραμμική γραφή.Κάθε γραφή της οποίας τα σημεία είναι γραμμικά σχήματα.Το αρχαιότερο είδος γραφής, που βρίσκουμε σε ελληνική περιοχή, είναι το κρητικό. Στην Κρήτη ανακαλύφτηκαν τρία συστήματα γραφής, η ιερογλυφική, η γραμμική Α και η γραμμική Β. Τα συστήματα αυτά γραφής χρησιμοποιήθηκαν στην Κρήτη καί σέ όλη τήν Ελλάδα, καί οδήγησαν στό αλφάβητο.Ο Άγγλος αρχαιολόγος Άρθουρ Έβανς (1851-1941) έστρεψε την προσοχή του στη Μεγαλόνησο και το 1900 άρχισε ανασκαφές στο λόφο «Κεφάλα» της Κνωσού. Από τις ανασκαφές αυτές ήρθε στο φως ένας μεγάλος αριθμός πήλινων πινακίδων με σύμβολα γραμμικής γραφής. Στη γραμμική μινωική αυτή γραφή ο Έβανς διέκρινε δύο φάσεις: τη γραμμική Α, που προηγείται χρονικά, και τη γραμμική Β. Η πρώτη φάση της γραμμικής μινωικής γραφής τοποθετείται χρονικά μεταξύ του 1750 και του 1450 π.Χ., περίπου, ενώ η δεύτερη φάση παρουσιάζεται στην Κρήτη γύρω στα 1400 π.Χ. Αξίζει να σημειωθεί ότι πινακίδες με τη γραμμική γραφή Α βρέθηκαν σ’ ολόκληρη την Κρήτη, ενώ πινακίδες με τη γραμμική γραφή Β προέρχονται μόνο από την Κνωσό.Η μεγάλη συλλογή κειμένων σε γραμμική γραφή Α αποτελείται από 150 περίπου πήλινες πινακίδες, που βρέθηκαν στη νότια Κρήτη, στη σημερινή Αγία Τριάδα. Οι πινακίδες αυτές, πολλές από τις οποίες είναι κομματιασμένες, φαίνεται ότι είναι κυρίως κατάλογοι γεωργικών προϊόντων. Άλλες πινακίδες σε γραμμική γραφή Α βρέθηκαν στη Φαιστό, στην Κνωσό, στο Παλαιόκαστρο, στις Αρχάνες και σ’ άλλες τοποθεσίες της Κρήτης.Τα σύμβολα της γραμμικής γραφής Α μπορεί να διαιρεθούν σε τέσσερις κατηγορίες: α) Αριθμητικά και μετρικά. β) Φωνητικά. γ) Σύνθετα. δ) Ιδεογράμματα. Η διαφορά και η διάκριση των φωνητικών συμβόλων και των ιδεογραμμάτων δεν είναι πάντοτε σαφής.Για τη γραμμική γραφή Β ο Έβανς είχε εκφέρει τη γνώμη ότι ήταν σε χρήση μόνο στην Κνωσό και ότι εξαφανίστηκε μετά την καταστροφή του ανακτόρου της κατά τις αρχές του 14ου αιώνα π.Χ. Ο Έβανς έκανε την υπόθεση ότι η γραμμική γραφή Β είναι ένα είδος «βασιλικής ορθογραφίας», που αναπτύχθηκε από τους γραφείς του ανακτόρου και χρησιμοποιήθηκε μόνο στην Κνωσό. Η θεωρία όμως αυτή αμφισβητείται, καθώς βρέθηκαν πινακίδες σε γραμμική γραφή Β και στην ηπειρωτική Ελλάδα.Η σχέση του συστήματος της γραμμικής Α και της γραμμικής Β δεν είναι δυνατό να καθοριστεί με ακρίβεια, όπως δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί επακριβώς και ο χρόνος που άρχισαν και σταμάτησαν τα δύο συστήματα γραφής στην Κρήτη. Πιθανόν και τα δύο αυτά συστήματα γραφής να χρησιμοποιούνταν παράλληλα για κάποιο χρονικό διάστημα. Στην ηπειρωτική Ελλάδα, και συγκεκριμένα στη Θήβα, Μυκήνες, Ορχομενό, Τίρυνθα, Ελευσίνα και άλλες περιοχές, βρέθηκαν σύμβολα πάνω σε πιθάρια, όμοια με τα σύμβολα της γραμμικής γραφής Β. Πήλινες όμως πινακίδες σε γραμμική γραφή Β βρέθηκαν στο μυκηναϊκό ανάκτορο κοντά στην Πύλο κατά τις συστηματικές ανασκαφές που έγιναν από τον Carl Blegen το 1939. Τις πινακίδες αυτές της Πύλου εξέτασε και δημοσίευσε το 1955 ο Emmet Bennet. Όπως είναι ευνόητο, η ανακάλυψη των ενεπίγραφων πινακίδων, τόσο στην Κρήτη, όσο και στην ηπειρωτική Ελλάδα, προκάλεσε τεράστιο ενδιαφέρον. Πολλοί επιστήμονες προσπάθησαν να αποκρυπτογραφήσουν τα κείμενα των πινακίδων αυτών, χωρίς ικανοποιητικά και θετικά αποτελέσματα. Αυτός όμως στον οποίο ανήκει η δόξα της αποκρυπτογράφησης των πινακίδων σε γραμμική γραφή Β είναι ο Άγγλος αρχιτέκτονας Μ. Βέντρις. Στο Βέντρις είχαν κάνει μεγάλη εντύπωση οι εργασίες του Έβανς και εργάστηκε επίμονα και με μεγάλο ζήλο, για να αποκρυπτογραφήσει τη γραμμική Β. Η μεγάλη του προσπάθεια αμείφτηκε. Το 1952 δημοσίευσε τα συμπεράσματά του, με τα οποία αποδείχνει ότι η γραμμική γραφή Β είναι ελληνική γραφή. Η γραφή αυτή ονομάζεται πλέον «μυκηναϊκή». Οι πινακίδες όμως που διαβάστηκαν δε μας δίνουν ένα ιστορικό κείμενο, αλλά είναι όλες κατάλογοι των αντικειμένων και των περιουσιακών στοιχείων που είχαν οι άρχοντες και οι μεγαλέμποροι της εποχής εκείνης. Συνεπώς οι πινακίδες δε μας δίνουν πραγματικές ιστορικές πληροφορίες.Τα σημεία της γραμμικής γραφής Β, που παρουσιάζει μεγάλη συγγένεια με την κυπριακή, μπορεί τώρα να διαιρεθούν σε δύο βασικά είδη: α) ιδεογράμματα β) συλλαβογράμματα. Η γραμμική γραφή Β είναι βασικά συλλαβική γραφή. Διάφοροι επιστήμονες έχουν εκφράσει ορισμένες αμφιβολίες για τις φωνητικές αξίες, που απέδιδε ο Βέντρις στα γραφικά σύμβολα και για τους κανόνες ανάγνωσης των κειμένων που πρότεινε. Γενικά όμως σήμερα δεχόμαστε την αποκρυπτογράφηση του Βέντρις.Είναι γνωστό ότι η γλώσσα δεν είναι μόνο αξία αυτή καθαυτή αλλά και φορέας αξιών. Η αποκρυπτογράφηση της γραμμικής γραφής Β από το Βέντρις έριξε φως στην ιστορία του αρχαιότατου ελληνικού πολιτισμού, που υπήρχε στην ηπειρωτική Ελλάδα και στην Κρήτη πολλούς αιώνες πριν από την ομηρική εποχή. Παρά το ότι οι πινακίδες σε γραμμική γραφή δεν περιέχουν πραγματικές ιστορικές πληροφορίες, βεβαιώνουν ότι η γλώσσα αυτή είναι η ελληνική και διαφωτίζουν πολλά σημεία του ιδιωτικού και κοινωνικού βίου των Ελλήνων κατά τη δεύτερη χιλιετία π.Χ.

Τό σημερινό αλφάβητο είναι τό επικρατήσας Ιωνικόν-Αττικόν. Κάθε Ελληνική πόλις-κράτος διέθετε ιδικόν της αλφάβητον. Οί πολύ μικρές παραλαγές τού κάθε αλφαβήτου τό έκαναν νά διαφέρει κάπως από τά υπόλοιπα. Τό Ιωνικόν είχε αρχικώς 27 γράμματα, τό Κορινθιακόν διέθετε 24 γράμματα, τό Κρητικόν 21, τής Μιλήτου 24, τό Χαλκιδικόν 25. Αυτό ακριβώς έλαβαν οί Λατίνοι καί πού τώρα τό χρησιμοποιεί όλος ό κόσμος. Από Ελληνικό αλφάβητο κατάγονται επίσης τό Ετρουσκικόν, τό Κυριλλικόν, τό αρχαίο Φρυγικόν, τής Λυκίας, τό Λυδικόν, τό Αρμενικόν, τό Κοπτικόν, τό Γοτθικόν, τό Ρουμανικόν(παρόμοιο τού Λατινικού). ΓΗΓΕΝΕΙΣ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ -Φίλιππος έκ Συαγγελών καί τόν Ισωκράτη (λόγος Αρχιδάμου).• -«Τού γηγενούς γάρ ειμί εγώ παλαίχθονος, ίνις Πελασγός, τήσδε γής αρχηγέτης..»(Αισχ.Ικετ.250) -«Γλαυκόπιον τήν Ακρόπολιν οί αρχαίοι, ή τό έν Ακροπόλει τής Αθήνας ιερό. Από Γλαύκου τινός αυτόχθονος, έ τώ τόπω τούτω κατοικήσαντος..»(μαθ.Ελλ.γλώσσης Γ΄σ97).• -«Υπόληψιν είχον οί παλαιοί, ώς έκ δρυών καί πετρών τών ανθρώπων γεγονότων» (λεξ.Ησύχιος, λήμμα <ού μέν>).• -«Ετεοκρήτες, οί ώς αληθώς Κρήτες, οί αυτόχθονες» (->>- Γ΄σ97).• -«Εύμηλος: ό πρώτος κτίτωρ καί βασιλεύς τών Πατρών, αυτόχθων»(ιστορ.Α.Κων/δη).• -«Νιόβης καί Διός παίς Άργος εγένετο..καί Πελασγός, αφ’ ού κληθήναι τούς Πελοπόννησον οικούντας Πελασγούς»(Απολλοδ.Β΄1). • -«Μακεδονία ή χώρα, από Μακεδόνος καί Θυίας τής Δευκαλίωνος, ώς φήσιν Ησίοδος ό ποιητής: Ή δ’υποκυσσαμένη Διί γείνατο τερπικεραύνω υίε δύω, Μάγνητα, Μακηδόνα θ’ίππιοχάρμην, οί περί Πιερίην καί Ούλυμπον δώματ’έναιον»(Στ.Βυζάντιος).• -«Φαιστός, πόλις Κρήτης, εκτίσθη υπό Φαίστου τού Ροπάλου, Ηρακλέους παιδός»(Στ.Βυζαντ.).• -«Τύρινς: οί δ’Άργος τ’είχον Τίρυνθα τε τειχιόεσσαν.. Από Τίρυνθος τής Άλω θυγατρός, ήτις Αμφιτρύωνος ήν αδελφή. Εκαλείτο δέ πρότερον Αλιείς» (Στ.Βυζαντ.).• -«Φολέγανδρος, νήσον τών Σποράδων, από Φολεγάνδρου τού Μίνως»(Στ.Βυζαντ.).• -«τεττιγοφόρας ή τεττιγοφόρος: ούτω εκαλούντο οί Αθηναίοι επειδή αφόρουν χρυσούς τέττιγας ώς σύμβολον ότι ήσαν αυτόχθονες»(Ίππης1331 καί λεξικόν Liddel Scott χρυσέος τέττιξ).• -«Κεκροπίδα τέττιγα πλόκων υπέρ..γαίης γηγενέες..»(Γρηγόριος Νανζιανζηνός-Έπη).• Ηρόδοτος Ι 57• Θουκυδίδης ΙΙ 17• Ευριπίδης ΙΩΝ στ.589• Σουϊδας – Ερεχθεύς• Ηρόδοτος XIII 73• Παυσανίας Αρκαδ.38,1Ό Γκρέηβς στό βιβλίο του «Ελληνικοί μύθοι» αναφέρει ότι σύμφωνα μέ τό Πάριο χρονικό, ή αλλαγή από «Γραικοί» (αυτοί πού λάτρευαν τήν Γραία Θεά) σέ Έλληνες (από τόν κοινό πρόγονο τών πατριαρχικών φυλών, τόν Έλληνα), πραγματοποιήθηκε περί τό 1600πχ. Επανερχόμενοι στό πλαίσιο τής προιστορικής Ελλάδος καί συγκεκριμένα στόν Όμηρο : οί Λύκιοι καί οί Κάρες γεννοκρατούσαν από τήν Κρήτη (ιλ.6,152 καί οδ.11,235). Ό Κορδάτος στήν «Μεγάλη Ιστορία τής Ελλάδος» αναφέρει ότι στίς δύο πλευρές τού Αιγαίου καί στήν Κρήτη, ζούσαν οί Πρώτοι Έλληνες, πού αποτελούνταν από τίς φυλές τών Πελασγών, τών Λελέγων, Φρύγων καί Κάρων. Ό Ευριπίδης (Ορέστης 615) τοποθετεί τόν Λέλεγα νοτιοδυτικά τής Σπάρτης καί τού προσδίδει τήν εφεύρεση τού Μύλου. Ό Πολυκάων είναι υιός του καί ιδρυτής τής πόλεως Μεσσηνίας. Ό Έλληνας έτρωγε κρέας από τά 11-12εκατ.έτη πρίν. Ό βιοφυσικός Δρ.Αναστάσιος Τουσίμης, ερευνητής στήν NASA, μετά από ηλεκτρονομικροσκοπική εξέταση απέδειξε πώς ή διατροφή τών τότε Ελλήνων ήταν τό κρέας καί οί καρποί. Ό Έλλην ήτο κυνηγός καί τροφοσυλλέκτης. Ό Έλλην Μακεδών θά ανακαλύψει τήν φωτιά, καί χάρις στό δώρο τού Προμηθέως ό Έλλην θά αποκτήσει ένα πανίσχυρο όπλο. Τά νέα όπλα του πού τώρα φτιάχνει χρησιμοποιώντας τήν φωτιά, τού δίδουν μεγάλο πλεονέκτημα σέ σχέση μέ τά άλλα ζωικά είδη. Κατόπιν αρχίζει νά αλιεύει καί ανακαλύπτει τήν γεωργία. Οί Έλληνες κατοικούσαν στήν ύπαιθρο καί κοντά σέ λίμνες ή θάλασσα. Οί περισσότερες παλαιολιθικές θέσεις δέν βρίσκονται κάν κοντά σέ σπήλαια. Γιαυτό καί τά σπήλαια δέν παρουσιάζουν τό πλήθος τών βραχογραφιών πού υπάρχουν στό Λεσκώ στήν Γαλλία καί στήν Αλταμίρα στήν Ισπανία. Ό Έλλην από εκείνους τούς χρόνους εντάσσεται στήν φύση, ενώ οί Ευρωπαίοι παραμένουν κλεισμένοι σέ σπήλαια. Ό Έλλην λοιπόν τό βράδυ ξάπλωνε καί κοιτούσε τόν ουρανό, ενώ οί άλλοι άνθρωποι έβλεπαν πέτρες. Γιαυτό άλλωστε ή αστρονομία εξελίσσεται πρώτα είς τήν Έλλάδα, όπως βέβαια καί όλες οί άλλες επιστήμες καί τέχνες. Στήν περίοδο από 10εκατ.έτη έως 200000έτη οί Έλληνες έφτιαχναν χειροπέλεκεις, ενώ στήν Αχαλλαία περίοδο καί στήν μέση παλαιολιθική 200000-35000πχ επικράτησε ή Λεβαλουά τεχνική, ή οποία θεωρείται ορόσημο τής μεταβάσεως από τήν Αχαλλαία στήν επόμενη Μουστέρια. Αυτή είναι καί ή εποχή πού εμφανίζεται ό Νεάντερταλ, χωρίς βέβαια νά κάνει αισθητή τήν παρουσία του είς τήν Ελλάδα. Κατόπιν έρχεται ή Ύστερη παλαιολιθική περίοδος 35-10000πχ. Τήν εποχή αυτή οί άνθρωποι κατασκεύαζαν εξελιγμένα εργαλεία. Λεπίδες. Ό σύγχρονος αυτός άνθρωπος, ό Homo Sapiens υπερισχύει τού Νεαντερτάλιου επιδεικνύοντας τεράστια νοητική ικανότητα. Ή πρώτη παγετώδης περίοδος άρχισε πρίν 600εκτ.έτη, ενώ ή τελευταία άρχισε πρίν από 9εκτ. έτη καί συνεχίζεται έως σήμερα. Ή γή έφθασε νά καλύπτεται από πάγους μέχρι καί σέ ποσοστό 32%. Eίναι πάντως γεγονώς ότι στήν περιοχή τής Ελλάδος τό κλίμα ήτο ηπιώτερο, ακόμα καί σέ ακραιφνώς παγετώδη φάσι. Γιαυτόν ακριβώς τόν λόγο εγεννήθη εδώ ό πολιτισμός. Τό μεγαλύτερο όπλο τών Ελλήνων ήταν ή επαφή των μέ τήν θάλασσα Τεκμηριωμένα διέσχιζαν τήν θάλασσα, τό Αιγαίο από τό 8000πχ μεταφέροντας οψιδιανό από τίς Κυκλάδες στήν Πελοπόννησο. Ό Έλλην ναυτικός διεπεραιώθη καί στό έτερον σκέλος τής Ελλάδος, στήν Μικρά Ασία καί ήταν αυτός πού ήρθε σέ επαφή μέ τούς Ανατολίτες καί όχι τό αντίστροφο.Οί Έλληνες από τό 8000πχ αρχίζουν νά συγκροτούν αγροτικούς οικισμούς, οί οποίοι σταδιακώς επεξετάθηκαν καί τό 6000πχ λαμβάνει χώρα στήν Ελλάδα ένα γεγονός παγκοσμίου σημασίας, ή ίδρυση τής πρώτης πόλεως, τού Σέσκλου.Αυτή ή πρώτη πόλις οδήγησε στό άστυ τών κλασσικών χρόνων. Οί Έλληνες τού Σέσκλου οργανώθηκαν στενότερα καί ανέπτυξαν κοινωνικούς δεσμούς καί θεσμούς όπως Βασιλεία, στρατός κτλ. Ή πόλις αναπτύχθηκε περιμετρικώς τής Ακροπόλεως, πού ήταν ή έδρα τού ηγέτου αλλά καί τού στρατού. Αναπτύσσεται στήν Ελλάδα μία δομή κοινωνίας πού διέπει τούς Έλληνες έως τήν υστεροβυζαντινή εποχή. Στήν συνέχεια γεννάται τό εμπόριο καί τό 5000πχ εμφανίζεται τό πρώτο οδικό δίκτυο στήν Ευρώπη καί παγκοσμίος (Ραφήνα-Νέα Μάκρη-Μαραθών). Οί ναυτικοί αυτοί οικισμοί εξελίσσονται σέ πόλεις καί διεξάγουν εμπόριο μέ τήν νησιωτική Ελλάδα. Ή Καθηγήτρια τού Πανεπιστημίου Αθηνών Μαρία Παντελιάδου, λέγει πώς οί εμπορικές επαφές ήταν εκτεταμένες μεταξύ νήσων καί Αττικής μέσω ενός εκτεταμένου θαλασσίου επικοινωνιακού δικτύου. Οί Έλληνες κατεργάζονταν τό μέταλλο, τόν χρυσό καί τόν άργυρο. Δέν είναι τυχαία τά λόγια λοιπόν τού Αιγύπτιου ιερέος Μανέθωνος πρός τόν Σόλωνα, τά οποία σώζει ό Πλάτων στόν «Τιμαίο» : «φθόνος ουδείς ώ Σόλων, αλλά θά σού τά είπω όλα, γιά χάρι σου καί γιά χάρι τής πόλεως σου, αλλά γιά χάρι τής θεάς, πού επροστάτευσε, ανέθρεψε καί εκπαίδευσε τόν δικό μας καί τόν δικό σας τόπο, αρχίζοντας από εσάς 1000χρόνια πρίν, όταν πήρε τό σπέρμα σας από τήν Γή... Ή διάρκεια τού πολιτισμού μας σύμφωνα μέ τά ιερά μας βιβλία είναι 8000έτη». Άρα σύμφωνα μέ τόν Αιγύπτιο ιερέα 8000χρόνια πρίν τόν Σόλωνα ξεκινά ό Αιγυπτιακός πολιτισμός, ενώ ό Ελληνικός 1000 χρόνια πρίν τόν Αιγυπτιακό. Επομένος ό Ελληνικός πολιτισμός ξεκινά περί τό 9500πχ, όπως άλλωστε φωνάζουν γεωλογικές, κλιματολογικές, αρχαιολογικές καί ιστορικές μαρτυρίες. Μεταξύ 9-7000πχ εδημιουργήθησαν οί πρώτοι στρατοί. Αποτέλεσμα τής ιδιοκτησίας πού έπρεπε νά προστατευθή. Στόν Σέσκλο ό Βασιλέας είχε ένοπλη φρουρά, τόσο γιά τήν προστασία τού ιδίου όσο καί νά προστατεύη τήν πόλι. Ό τότε στρατός πρέπει νά διέθεται 1000 άνδρες, έκ τόν οποίων οί 100 θά ήταν μόνιμη ένοπλη δύναμις. Τά όπλα πού είχαν ήσαν τό τόξο, τό ακόντιο καί ή σφενδόνη. Επίσης είχαν τό ρόπαλο, γνωστός ώς κεφαλοθραύστης, τό δόρυ καί τό εγχειρίδιο, πρόγονος τού σπαθιού. Από τήν 5ην χιλιετία όμως οί Έλληνες αναπτύσσουν ραγδαία τά όπλα μέ τήν επεξεργασία τών μετάλλων. Οί πρώτες ασπίδες κάνουν τήν εμφανισή των καί τά πρώτα βλήματα ή οβίδες τής ιστορίας. Πήλινες βλιδοφόρες οβίδες, πού κατά τήν πρόσκουσί των στό έδαφος, εθραύεντο καί τά κομμάτια λειτουργούσαν όπως τά θραύσματα τών χειρομβοβίδων σήμερα. Σημαντικό επίσης εύρημα είναι ή ανακάλυψη ιππάριου από τά 10-11 εκατ.χρόνια πρίν. Οί Έλληνες λοιπόν ζούσαν μέ ίππους έξ αρχής τής ιστορίας των, πράγμα πού κάνει ακόμα πιό ψευδή τόν ισχυρισμό τών ινδοευρωπαϊστών πώς εκείνοι έφεραν τήν εξημέρωση τού ίππου στήν Ελλάδα, μερικούς αιώνες πρίν τόν Όμηρο.Οί Έλληνες είχαν νά μεταφέρουν ψάρια από τά πλοία πρός τά σπίτια, γεωργικά προϊόντα από τά χωράφια πρός τά σπίτια, πέτρες γιά τά τείχη, καί παρ’όλα αυτά δέν είχαν εξημερώση τά άλογα. Πώς όμως οί ινδοευρωπαίοι νομάδες, πού τό μόνο πού είχαν νά μεταφέρουν ήταν ή πεθερά των, εξημέρωσαν εκείνοι πρώτοι τόν ίππο ; Σέ βραχογραφία τού Παγγαίου 4500πχ, απεικονίζεται έφιππος άνδρας. Επίσης οί απεικονίσεις τών Κενταύρων από τούς νεολιθικούς χρόνους καί οί πληροφορίες τού Ομήρου καί Ξενοφόντος περί ιππικής ικανότητος τών Ελλήνων, αποδεικνύουν τήν χρήση ίππου στήν Ελλάδα, πολύ πρίν κάθε άλλο λαό. Υπάρχει καί ή λεμβόσχημη πυξίδα από τήν Κύπρο τού 3000πχ, όπου εικονίζει ιππείς. Στήν Σουμερία πού δέν ζούσαν άλογα, τά άρματα ήταν γνωστά από τό 2600πχ(Λάβαρο τής Ούρ). Στήν Ελλάδα πού ζούσαν ανέκαθεν πώς ήταν δυνατόν νά μήν είχαν εξημερωθή. Ό καθηγητής Αραβαντινός σέ συνέδριο στήν Γερμανία έφερε στό φώς πινακίδες γραμμικής Β΄, πού είχαν αναφορές σέ ίππους. Ακόμα καί ό τροχός θεωρείται από τούς ινδοευρωπαϊστές εφεύρεση τών ινδοευρωπαίων. Αφού όμως εκείνοι χρησιμοποιούσαν άμαξες γιά νά περάσουν τίς αδιαπέραστες οροσειρές τού Καυκάσου καί τά Μικρασιατικά υψίπεδα γιατί δέν θά μπορούσαν οί Ελληνικές νά κινηθούν στήν Αττική, στήν Θεσσαλία καί Μακεδονία όπου υπάρχουν καί δημιουργούνται οί πρώτοι «δρόμοι» καί τό πρώτο οδικό πέρασμα στήν ιστορία. Οί πεζοι άλλωστε περνάνε ανάμεσα από θάμνους καί πέτρες. Οί τροχοί όμως δέν περνούν, γιαυτό χρειάζονταν ένα άνοιγμα, έναν καθαρισμό από εμπόδια. Οί Έλληνες από τό 5000πχ κατασκεύαζαν αγγεία τόσο τέλεια πού είναι αδύνατον νά θεωρηθούν μή τροχήλατα. Λόγω τού κλίματος δέν έχουν διασωθή κεραμικοί τροχοί, αλλά έχουν διασωθεί τά έργα πού εποιήθησαν σέ αυτούς. Ή Αλεξάνδρα Βόσκοβιτς θεωρεί βέβαια τήν ύπαρξι ξυλίνων κεραμικών τροχών στήν νεολιθική Ελλάδα. Στό εργαστήρι κεραμέως τού Σέσκλου, στήν Ακρόπολιν έχουν βρεθή αγγεία τά οποία είναι εμφανέστατα τροχήλατα. Επίσης στήν Θεσσαλία καί στό Φράχθι έχουν βρεθή αγγεία τής Μέσης Νεολιθικής εποχής τύπου urfirnis, τά οποία υποτίθεται πώς πολύ αργότερα τά μάθαμε από τήν Μεσοποταμία. Όσο γιά τήν γνώση κατεργασίας μετάλλου, στήν Ελλάδα από τήν 6ην χιλιετία οί Έλληνες κατεργάζονταν μέταλλα. Αυτό αποδεικνύουν πολλά χρυσά κοσμήματα σέ ολόκληρη τήν Ελληνική επικράτεια. Ή μετάβασις από τήν επεξεργασία τού χρυσού σέ αυτήν τού χαλκού καί τού ορείχαλκου αργότερα, έγινε σύμφωνα μέ όλες τίς ενδείξεις ομαλώς μεταξύ τών μέσων τής 4ης καί τών αρχών τής 3ης χιλιετίας. Οί πολιτισμοί τής στέππας καί λόγω τού νομαδικού βίου, δέν θά μπορούσαν νά παρουσιάσουν παρόμοια ενασχόλησι. Ή ανάπτυξη τεχνογνωσίας προϋποθέτει σταθερή εγκατάσταση ενός πληθυσμού σέ περιοχή πλούσια σέ πρώτες ύλες, ή τουλάχιστο σέ μία περιοχή πού θά ήταν προσβάσιμες οί απαραίτητες ύλες. Αυτό τό πλεονέκτημα τό διατηρούσε μόνο ό Ελληνικός πληθυσμός σέ παγκόσμιο επίπεδο, αφού όλες οί ύλες ήταν μέσα στά πόδια του, καί ώς ό μόνος ναυτικός λαός, είχε τήν δυνατότητα νά μεταφέρει γνώσι σέ άλλους λαούς πού συχνά επισκεπτόταν. Ή ινδοευρωπαϊκή άφιξη από Βορρά είναι εντελώς αστήρικτη καί βασίζεται σέ υποθέσεις καί μόνο. Άλλωστε δέν άφησαν τίποτα ώς σημάδι πολιτισμού στήν βόρειο Βαλκανική, από όπου πέρασαν. Κανένα εύρημα τού πλουσίου ινδοευρωπαϊκού πολιτισμού δέν έχει ευρεθή. Στούς δέ τόπους εγκαταστάσεώς των, δέν άφησαν ούτε ίχνος. Επίσης οί καταστροφές πού έγιναν τήν 3ην χιλιετία περιορίζονταν στίς παράκτιες περιοχές. Ακριβώς γιά τόν λόγο αυτόν, γιά νά ανταπεξέλθουν έναντι αυτού τού επιχειρήματος, επενόησαν τήν έκ θαλάσσης εισβολή. Πού βρήκαν όμως τά πλοία; Οί γηγενείς γιατί δέν τούς σταμάτησαν; Πώς ανέχτηκε ένας ναυτικός λαός από τήν 8η χιλιετία νά ηττηθή από εισβολείς άπειρους στήν ναυτιλία; Τό καλοκαίρι τού 480πχ 200 πλοία τού Ξέρξου καταβυθίζονται στόν βόρειο Ευβοϊκό, ενώ 2500χρόνια πρίν, οί ινδοευρωπαίοι μέ σχεδίες διέχιζαν τό Αιγαίο, καί οί τότε κάτοικοι, έν όψει τής απειλής περιορίσθησαν στήν παρατήρησι τού άκακου στόλου σχεδιών τών εισβολέων. Μπορεί βέβαια καί νά φοβόνταν νά ναυμαχίσουν, γιατί ώς γνωστό στήν Βόρειο Βαλκανική καί στίς στέππες οί φοβεροί ινδοευρωπαίοι είχαν σχολές ναυτικών δοκίμων. Οί Έλληνες βέβαια, αφού ήρθαν ώς ινδοευρωπαίοι, έμαθαν από τούς Αιγυπτίους καί τούς διαβόητους Φοίνικες νά κατασκευάζουν πλοία καί νά ναυσιπλοούν. Ή ιστορία όμως λέει άλλα : τό Αιγαίο ήταν θάλασσα μέ μεγάλη κίνηση καί αυτό τεκμηριώνεται από τά χιλιάδες ευρήματα στίς Κυκλάδες, στίς ακτές τής Πελοποννήσου, στήν Λήμνο, στήν νησίδα Δοκό κτλ. Εκεί ανακαλύφθη ναυάγιο τού 3000πχ τό οποίο ήταν έμφορτο καί πήγαινε πρός Κυκλάδες. Υπάρχουν επίσης ευρήματα τηγανόσχημα, σκεύη, σφραγίσματα κτλ, αλλά καί βραχογραφίες στό Παγγαίο. Στά 4000-3000πχ ιδρύονται πόλεις όπως ή Πολιόχνη στήν Λήμνου, ή Τροία, αί Μυκήναι, αί Θήβαι, ενώ συμπτωματικά ιδρύεται ή πρώτη δυναστεία τών Φαραώ στήν Αίγυπτο, από κάποιον Μίν (Μήν) καί στήν Μεσοποταμία αρχίζει ή ανάπτυξη τού Σουμεριακού πολιτισμού. Ακόμα δυστυχώς δέν έχουν εφευρεθή οί Φοίνικες. Στό Σέσκλο όμως από τό 6000πχ ανεπτύχθη πολιτισμός. Στήν Πολιόχνη ευρέθησαν ορείχαλκες αιμές δοράτων καί πέλεκυς τού 2400πχ. Ακόμα όμως δέν είχαν προλάβει νά έρθουν ινδοευρωπαίοι νά διδάξουν τήν κατεργασία χαλκού καί ορείχαλκου. Ή Πολιόχνη πρωτοϊδρύθηκε τό 3700πχ καί τά επόμενα 500χρόνια κατέστη τό μεταλλουργικό κέντρο τής Ελλάδος, λειτουργώντας ώς σταθμός εμπορίας μετάλλων, τά οποία έρχονταν από τήν Κολχίδα. Δέν ήταν άλλωστε τυχαίο ότι ή νήσος ήταν αφιερωμένη στόν Ήφαιστο. Από εκεί άλλωστε επέρασαν οί Μινύες Αργοναύτες, κατά τό ταξείδι των πρός τήν Κολχίδα, σέ μία προσπάθεια εξερευνήσεως μετάλλων καί δή χρυσού. Έως τήν ανακάλυψη τής πόλεως, όλα θά παρέμεναν μύθος, όπως πολλοί προσπαθούσαν νά πείσουν. Τά ευρήματα τής Λήμνου είναι όμοια μέ τής Τροίας στήν πρώτη φάση. Ή Τροία τού Πριάμου, τό «Άγιο κάστρο» δέν ήταν παρά αποικία τών Λημνίων, οί οποίοι επεχείρησαν νά ελέγξουν τίς εμπορικές οδούς, πού είχαν διανοιγή από τούς Αργοναύτες στόν Ελλήσποντο. Μέ τόν τρόπο αυτό μάς παρέχεται μία έμμεση χρονολόγησις τής Αργοναυτικής εξτρατείας καί τού Τρωικού πολέμου(πρίν τό 3000πχ καί τά δύο γεγονότα), τού οποίου τώρα οί λόγοι είναι καταφανείς, καί μάλλον οί πιό συνηθισμένοι στήν παγκόσμια πολεμική ιστορία (οικονομικοί λόγοι). Στήν Ελληνική ιστορία ουδέποτε παρουσιάζεται κενό.Κάθε επόχή διαδέχεται τήν άλλη ομαλώς. Οί Έλληνες από τήν δημιουργεία τού ανθρώπου έως σήμερον, κατοικούν συνεχώς αυτήν τήν γή. Οί Παλαιολιθικές θέσεις βρίσκονται σέ όλη τήν Ελλάδα : Τρίλλια, Πετράλωνα, Μάνη, Θεόπετρα, Ροδόπη, Δράμα, Περδίκκα Ηπείρου, Νέα Νικομήδεια, Ελάτεια, Σέσκλο, Αττική, Διμήνι, Κυκλάδες, Λέρνη, Κρήτη, Λέσβο κτλ. Ή έννοια τής πατρίδος παρουσιάσθηκε πρώτα στίς αυτές τίς περιοχές, στούς πρώτους οικισμούς, στίς πρώτες Ελληνικές πόλεις. Άλλωστε ή λέξη Ελλάς είναι δηλωτικό μίας περιοχής μεταξύ τής σημερινής Φθιότιδος καί Θεσσαλίας. Ή χώρα τού Αχιλλέως είναι ό τόπος όπου γεννήθηκε ή Ελλάς πρό χιλιάδων ετών. Από τότε συνεχίζει νά ζεί σέ πείσμα πολλών εχθρών καί «φίλων». Στά τέλη τού 18ου αιώνα ένας Βρεττανός δικαστής στίς Βρεττανικές Ινδίες Ουίλλιαμ Τζόουνς απεφάνθη πώς ή σανσκριτική ήταν ή κοινή μητέρα όλων τών γλωσσών. Ό πραγματικός θεμελιωτής τής Ινδοευρωπαϊκής θεωρίας ήταν ό Γερμανός Φράντς Μπόπ 1791-1867. Ό Μπόπ φοιτητής τό 1813 έζησε τήν αναβίωση τού Γερμανικού εθνικισμού μέ τήν συντριβή τών Πρώσσων στίς μάχες Ιένας, Άουερσταντ. Κατόπιν ή νίκη τών Πρώσσων στήν Λειψία έδωσε τήν υπερηφάνεια στούς Γερμανούς πού κορυφώθηκε δέ στό Βατερλώ τό 1815. Οί Έλληνες μέ τόσο προηγμένο πολιτισμό γιά τήν εποχή καί τόσο ανώτερο από τών ινδοευρωπαίων στίς Ουκρανικές στέππες, πώς επέτρεψαν στούς εισβολείς νά έλθουν καί νά εγκατασταθούν στήν γή των. Από τήν 5ην χιλιετία οί Έλληνες διέθεταν στρατό μέ όπλα, αλλά οί νομάδες μέ τά ρόπαλα κατάφεραν νά εισέθουν είς τήν Ελλάδα. Πώς ένας ναυτικός λαός μέ κωπήλατα καί ιστιοφόρα επέτρεψε σέ εισβολείς νά διασχίσουν τό Αιγαίο μέ μονόξυλα καί σχεδίες. Εκτός βέβαια άν οί ινδοευρωπαίοι έφτιαξαν πολεμικά ικανότερα στίς στέππες τού Καυκάσου ή στίς πεδιάδες τής κεντρικής Ευρώπης. Οί ινδοευρωπαιστές θεωρούν ώς αρχική των κοιτίδα τήν βόρεια Ινδία ή τόν Καύκασο στίς αρχές τής 3ης χιλιετίας. Πρώτο των θύμα υπήρξε ό πολιτισμός τών Χαράπα στίς εκβολές τού Ινδού. Εκεί ήκμασε έως τό 2500πχ ή πόλις Μοχέντζο Ντάρο. Οί κάτοικοι τεκμηριωμένα είχαν επαφή μέ τούς Σουμέριους πού βρίσκονταν στό απόγειο τής δόξης των, καθώς καί μέ τόν πολιτισμό τών Ντιλμούν, στό σημερινό Μπαχρέϊν. Στό Ντιλμούν έχουν ανακαλυφθή εγχειρίδια καί ξίφη Ελληνικού υποδείγματος, τής πρώιμης Μυκηναϊκής περιόδου. Ό Διώδορος ό Σικελιώτης γράφει μία μαρτυρία τών συγχρόνων κατοίκων τής Υεμένης, σύμφωνα μέ τήν οποία ήσαν απόγονοι Ελλήνων. Τήν εποχή αυτή μάλιστα οί Σουμέριοι ιδρύουν πόλεις κράτη, οί οποίες πολεμούν μεταξύ των, αλλά καί κατά γειτόνων βαρβάρων μέ φάλαγγες δορυφόρων. Στούς ινδοευρωπαίους αποδίδουν τήν εξημέρωσι τού ίππου, τήν κατεργασία τού χαλκού καί τήν εύρεση τού τροχού στήν περιοχή μεταξύ Υπερκαυκάσου καί Τουρκμενιστάν. Αυτοί λοιπόν απεφάσισαν νά μεταναστεύσουν σέ πιό θερμό κλίμα. Αυτοί λοιπόν οί πολιτισμένοι πού μάς έφεραν τά φώτα, αφού κατάστρεψαν τό Μοχέντζο Ντάρο, ίδρυσαν στήν Ινδία τόν δικό των πολιτισμό. Άλλοι κλάδοι των εκινήθησαν σέ άλλες περιοχές, όπως τό Ιρακινό υψίπεδο, αλλά καί τίς έφορες περιοχές μεταξύ Τίγρητος καί Ευφράτου. Οί Σουμέριοι λοιπόν καί οί λαοί τής Μέσης ανατολής εδιδάχθησαν από τούς ινδοευρωπαίους. Άλλο τμήμα των εκινήθη πρός Βαλκανική χερσόνησο. Αυτοί πού αργότερα ήταν οί «Έλληνες»,κατέβηκαν νοτιώτερα καί οί «πρωτοέλληνες» εγκαταστάθηκαν στήν Ρουμανία, όπου αναμίχθησαν μέ τούς εντοπίους. Αφού οί «Έλληνες» έμειναν εκεί γιά μερικούς αιώνες κατέβηκαν νοτιώτερα στήν σύγχρονη επικράτεια τής Ελλάδος. Έτσι οί ινδοευρωπαϊστές περιορίζουν τόν Ελληνικό πολιτισμό στά 4000έτη συνολικά. Τό όλο σχεπτικό πάσχει καί πάσχει πολύ. Ό Χρ. Ντούμας καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών παραδέχεται πώς οί μεγάλοι πολιτισμοί αναδείχθησαν εκεί όπου οί περιβαλλοντικές συνθήκες ευνόησαν τήν συγκέντρωση πληθυσμών. Οί περίοδοι τήξεως καί πήξεως τών πάγων, μεταξύ τών διαφόρων κατακλυσμών (-τρείς έκ τών οποίων καταγράφησαν είς τήν Ελληνική παράδοσι ώς τού Ωγύγου, τού Δαρδάνου καί τού Δευκαλίωνος-) έχουν άμεση σχέση μέ τήν ανάπτυξη τού πολιτισμού. Από τήν στιγμή λοιπόν πού έως τήν Ύστερη παλαιολιθική εποχή οί περιοχές τού όρους Αίμου ήσαν καλυμμένες από πάγους, ουδείς ηδύνατο νά ευδοκιμήση σέ αυτές. Οί δέ παγετώνες εκτείνονταν σέ όλο αυτό τό γεωγραφικό πλάτος. Άρα ή κοιτίδα τών ινδοευρωπαίων, τόν μόνο πολιτισμό πού θά μπορούσε νά δημιουργήση άν έμενε εκεί θά ήταν τών Εσκιμόων. Ό πολιτισμός γιά νά αναπτυχθή θέλη Εύκρατο κλίμα. Ό πολιτισμός τού 3000πχ τών Κουργάν πού επικαλούνται, δέν έχει αφήσει ούτε ένα πειστικό τεκμήριο τής υπάρξεώς του. Ακόμα καί μετά τούς Ελληνιστικούς χρόνους τό πολιτιστικό χάσμα μεταξύ Μεσογείου καί στεππών είναι παραπάνω από εμφανές. Ακόμα καί οί Σκύθες γνωστοί είς τούς Έλληνας τών κλασσικών χρόνων, ήταν τόσο επηρεασμένοι από τόν Ελληνικό πολιτισμό πού όλα σχεδόν τά ευρήματά των εκεί νά μήν ξεχωρίζουν από τά Ελληνικά. Άρα επειδή οί Σκύθες ακολουθούσαν τόν Ελληνικό πολιτισμό σημαίνει τί; Hσαν απλώς λάτρεις τού Ελληνικού πολιτισμού ή ήσαν αυτοί πού ανέπτυξαν τόν κλασσικό πολιτισμό τών Ελλήνων ; Όταν λοιπόν ή νεολιθική Ελλάς είχε φθάσει σέ τέτοιο βαθμό ώστε νά εντοπίζουμε σήμερα λείψανα οδών, πόσο άραγε είχαν προχωρήσει οί νομάδες μετανάστες από τίς στέππες ; Ενώ στήν Ελλάδα έχουμε τήν εμφάνιση τής πόλεως-κράτος, στίς στέππες πρέπει νά περάσουν χιλιάδες χρόνια ακόμα γιά νά γίνει αυτό. Οί βελτίωση τών συνθηκών διαβιώσεως οδήγησε σέ πληθυσμιακή αύξηση, καί αυτή οδήγησε στήν ανάγκη αναπτύξεως μεθόδων σιτίσεως καί υδρεύσεως μεγαλων μαζών. Έτσι λοιπόν στίς Ελληνικές πόλεις πρώτα, αναπτύσσονται αρδευτικά έργα καί υδρευτικά δίκτυα, αλλά καί οχυρώσεις γιά τήν προστασία τών κεκτημένων. Ανακαλύφθηκε ή γεωργία καί ή κτηνοτροφία. Στήν Ελλάδα αρχαιολογικώς αποδεδειγμένα ή γεωργία ενεμφανίσθη στήν Νικομήδεια τής Μακεδονίας από τό 7000πχ. Τέλος αναπτύχθηκε ή ιδέα τού πολίτου-οπλίτου ένα νεοσύστατο παραγωγικό κεφάλαιο. Αυτοί οί Άρειοι (Άριοι), οί ευγενείς πολεμιστές εμφανίζονται στήν Ελλάδα από τήν νεολιθική εποχή έως καί σήμερα. Στήν Πολιόχνη τής Λήμνου, μία έκ τών αρχαιοτέρων πόλεων τής Γηραιάς Ήπείρου (πρό τού 3000πχ), μετά από ανασκαφές Ιταλών, έδειξε τήν ύπαρξη προιστορικού Βουλευτηρίου. Αυτή λοιπόν ήταν ή κοινωνική οργάνωσι τών προιστορικών Ελλήνων. Ωστόσο ό καθηγητής Πελεκίδης στό βιβλίο «Αρχαία Ελληνική Ιστορία», λέγει : «πώς τό καλό κλίμα δέν είναι πάντα αναγκαία συνθήκη γιά τήν ανάπτυξη πολιτισμού. Οί Τούρκοι γιά παράδειγμα βρίσκονται στίς ακτές τής Ανατολικής Μεσογείου από τόν 15ον αιώνα, αλλά παρ’όλα αυτά δέν ανέπτυξαν ποτέ ναυτιλία». Οί Έλληνες όμως εντεταγμένοι ανέκαθεν στό φυσικό αυτό περιβάλλον πού τούς εξέθρεψε καί τούς εγέννησε, εκμεταλλεύθησαν ότι αυτό διέθετε. Από τό 8000πχ καί τά ευρήματα στό Φράχθι τής Ερμιονίδος δείχνουν τήν ικανότητα τών Ελλήνων νά ναυσιπλοούν από τότε. Επίσης οί βραχογραφίες τού Παγγαίου καί Στρόφιλα, αλλά καί τών ακτών τίς Αττικής, επιβεβαιώνουν τήν πανάρχαια Ελληνική ναυτιλία. Πήλινα ομοιώματα πλοίων ευρέθησαν ακόμα καί στήν απομακρυσμένη από τήν Θάλασσα Θεσσαλία. Σκεύος τηγανόσχημο τής Σύρου τού 2800πχ, εικονίζει κωπήλατο σκάφος 24 κωπών συνολικά, τό οποίο ομοιάζει σκανδαλωδώς μέ τριακόντορο. Τό πλοίο είχε υπερυψωμένη πλώρη καί τρόπιδα. Τήν ίδια εποχή στίς στέππες δέν ανιχνεύονται διαδικασίες όμοιες μέ εκείνες πού οδήγησαν πρός τήν οργάνωση πρωτοαστικών κοινωνιών. Οί πολιτισμοί τής στέππας καί λόγω τού νομαδικού βίου, δέν θά μπορούσαν νά παρουσιάσουν παρόμοια ενασχόλησι. Ή ανάπτυξη τεχνογνωσίας προϋποθέτει σταθερή εγκατάσταση ενός πληθυσμού σέ περιοχή πλούσια σέ πρώτες ύλες, ή τουλάχιστο σέ μία περιοχή πού θά ήταν προσβάσιμες οί απαραίτητες ύλες. Αυτό τό πλεονέκτημα τό διατηρούσε μόνο ό Ελληνικός πληθυσμός σέ παγκόσμιο επίπεδο, αφού όλες οί ύλες ήταν μέσα στά πόδια του, καί ώς ό μόνος ναυτικός λαός, είχε τήν δυνατότητα νά μεταφέρει γνώσι σέ άλλους λαούς πού συχνά επισκεπτόταν. Ή ινδοευρωπαϊκή άφιξη από Βορρά είναι εντελώς αστήρικτη καί βασίζεται σέ υποθέσεις καί μόνο. Άλλωστε δέν άφησαν τίποτα ώς σημάδι πολιτισμού στήν βόρειο Βαλκανική, από όπου πέρασαν. Κανένα εύρημα τού πλουσίου ινδοευρωπαϊκού πολιτισμού δέν έχει ευρεθή. Στούς δέ τόπους εγκαταστάσεώς των, δέν άφησαν ούτε ίχνος. Επίσης οί καταστροφές πού έγιναν τήν 3ην χιλιετία περιορίζονταν στίς παράκτιες περιοχές. Ακριβώς γιά τόν λόγο αυτόν, γιά νά ανταπεξέλθουν έναντι αυτού τού επιχειρήματος, επενόησαν τήν έκ θαλάσσης εισβολή. Πού βρήκαν όμως τά πλοία; Οί γηγενείς γιατί δέν τούς σταμάτησαν; Πώς ανέχτηκε ένας ναυτικός λαός από τήν 8η χιλιετία νά ηττηθή από εισβολείς άπειρους στήν ναυτιλία; Τό καλοκαίρι τού 480πχ 200 πλοία τού Ξέρξου καταβυθίζονται στόν βόρειο Ευβοϊκό, ενώ 2500χρόνια πρίν, οί ινδοευρωπαίοι μέ σχεδίες διέχιζαν τό Αιγαίο, καί οί τότε κάτοικοι, έν όψει τής απειλής περιορίσθησαν στήν παρατήρησι τού άκακου στόλου σχεδιών τών εισβολέων. Μπορεί βέβαια καί νά φοβόνταν νά ναυμαχίσουν, γιατί ώς γνωστό στήν Βόρειο Βαλκανική καί στίς στέππες οί φοβεροί ινδοευρωπαίοι είχαν σχολές ναυτικών δοκίμων. Οί Έλληνες βέβαια, αφού ήρθαν ώς ινδοευρωπαίοι, έμαθαν από τούς Αιγυπτίους καί τούς διαβόητους Φοίνικες νά κατασκευάζουν πλοία καί νά ναυσιπλοούν. Ή ιστορία όμως λέει άλλα : τό Αιγαίο ήταν θάλασσα μέ μεγάλη κίνηση καί αυτό τεκμηριώνεται από τά χιλιάδες ευρήματα στίς Κυκλάδες, στίς ακτές τής Πελοποννήσου, στήν Λήμνο, στήν νησίδα Δοκό κτλ. Εκεί ανακαλύφθη ναυάγιο τού 3000πχ τό οποίο ήταν έμφορτο καί πήγαινε πρός Κυκλάδες. Υπάρχουν επίσης ευρήματα τηγανόσχημα, σκεύη, σφραγίσματα κτλ, αλλά καί βραχογραφίες στό Παγγαίο. Στά 4000-3000πχ ιδρύονται πόλεις όπως ή Πολιόχνη στήν Λήμνου, ή Τροία, αί Μυκήναι, αί Θήβαι, ενώ συμπτωματικά ιδρύεται ή πρώτη δυναστεία τών Φαραώ στήν Αίγυπτο, από κάποιον Μίν (Μήν) καί στήν Μεσοποταμία αρχίζει ή ανάπτυξη τού Σουμεριακού πολιτισμού. Ακόμα δυστυχώς δέν έχουν εφευρεθή οί Φοίνικες. Στό Σέσκλο όμως από τό 6000πχ ανεπτύχθη πολιτισμός. Στήν Πολιόχνη ευρέθησαν ορείχαλκες αιμές δοράτων καί πέλεκυς τού 2400πχ. Ακόμα όμως δέν είχαν προλάβει νά έρθουν ινδοευρωπαίοι νά διδάξουν τήν κατεργασία χαλκού καί ορείχαλκου. Ή Πολιόχνη πρωτοϊδρύθηκε τό 3700πχ καί τά επόμενα 500χρόνια κατέστη τό μεταλλουργικό κέντρο τής Ελλάδος, λειτουργώντας ώς σταθμός εμπορίας μετάλλων, τά οποία έρχονταν από τήν Κολχίδα. Δέν ήταν άλλωστε τυχαίο ότι ή νήσος ήταν αφιερωμένη στόν Ήφαιστο. Από εκεί άλλωστε επέρασαν οί Μινύες Αργοναύτες, κατά τό ταξείδι των πρός τήν Κολχίδα, σέ μία προσπάθεια εξερευνήσεως μετάλλων καί δή χρυσού. Έως τήν ανακάλυψη τής πόλεως, όλα θά παρέμεναν μύθος, όπως πολλοί προσπαθούσαν νά πείσουν. Τά ευρήματα τής Λήμνου είναι όμοια μέ τής Τροίας στήν πρώτη φάση. Ή Τροία τού Πριάμου, τό «Άγιο κάστρο» δέν ήταν παρά αποικία τών Λημνίων, οί οποίοι επεχείρησαν νά ελέγξουν τίς εμπορικές οδούς, πού είχαν διανοιγή από τούς Αργοναύτες στόν Ελλήσποντο. Μέ τόν τρόπο αυτό μάς παρέχεται μία έμμεση χρονολόγησις τής Αργοναυτικής εξτρατείας καί τού Τρωικού πολέμου(πρίν τό 3000πχ καί τά δύο γεγονότα), τού οποίου τώρα οί λόγοι είναι καταφανείς, καί μάλλον οί πιό συνηθισμένοι στήν παγκόσμια πολεμική ιστορία (οικονομικοί λόγοι). Στήν Ελληνική ιστορία ουδέποτε παρουσιάζεται κενό.Κάθε επόχή διαδέχεται τήν άλλη ομαλώς. Οί Έλληνες από τήν δημιουργεία τού ανθρώπου έως σήμερον, κατοικούν συνεχώς αυτήν τήν γή. Οί Παλαιολιθικές θέσεις βρίσκονται σέ όλη τήν Ελλάδα : Τρίλλια, Πετράλωνα, Μάνη, Θεόπετρα, Ροδόπη, Δράμα, Περδίκκα Ηπείρου, Νέα Νικομήδεια, Ελάτεια, Σέσκλο, Αττική, Διμήνι, Κυκλάδες, Λέρνη, Κρήτη, Λέσβο κτλ. Ή έννοια τής πατρίδος παρουσιάσθηκε πρώτα στίς αυτές τίς περιοχές, στούς πρώτους οικισμούς, στίς πρώτες Ελληνικές πόλεις. Άλλωστε ή λέξη Ελλάς είναι δηλωτικό μίας περιοχής μεταξύ τής σημερινής Φθιότιδος καί Θεσσαλίας. Ή χώρα τού Αχιλλέως είναι ό τόπος όπου γεννήθηκε ή Ελλάς πρό χιλιάδων ετών. Από τότε συνεχίζει νά ζεί σέ πείσμα πολλών εχθρών καί «φίλων». Στά τέλη τού 18ου αιώνα ένας Βρεττανός δικαστής στίς Βρεττανικές Ινδίες Ουίλλιαμ Τζόουνς απεφάνθη πώς ή σανσκριτική ήταν ή κοινή μητέρα όλων τών γλωσσών. Ό πραγματικός θεμελιωτής τής Ινδοευρωπαϊκής θεωρίας ήταν ό Γερμανός Φράντς Μπόπ 1791-1867. Ό Μπόπ φοιτητής τό 1813 έζησε τήν αναβίωση τού Γερμανικού εθνικισμού μέ τήν συντριβή τών Πρώσσων στίς μάχες Ιένας, Άουερσταντ. Κατόπιν ή νίκη τών Πρώσσων στήν Λειψία έδωσε τήν υπερηφάνεια στούς Γερμανούς πού κορυφώθηκε δέ στό Βατερλώ τό 1815. Οί Έλληνες μέ τόσο προηγμένο πολιτισμό γιά τήν εποχή καί τόσο ανώτερο από τών ινδοευρωπαίων στίς Ουκρανικές στέππες, πώς επέτρεψαν στούς εισβολείς νά έλθουν καί νά εγκατασταθούν στήν γή των. Από τήν 5ην χιλιετία οί Έλληνες διέθεταν στρατό μέ όπλα, αλλά οί νομάδες μέ τά ρόπαλα κατάφεραν νά εισέθουν είς τήν Ελλάδα. Πώς ένας ναυτικός λαός μέ κωπήλατα καί ιστιοφόρα επέτρεψε σέ εισβολείς νά διασχίσουν τό Αιγαίο μέ μονόξυλα καί σχεδίες. Εκτός βέβαια άν οί ινδοευρωπαίοι έφτιαξαν πολεμικά ικανότερα στίς στέππες τού Καυκάσου ή στίς πεδιάδες τής κεντρικής Ευρώπης. Οί ινδοευρωπαιστές θεωρούν ώς αρχική των κοιτίδα τήν βόρεια Ινδία ή τόν Καύκασο στίς αρχές τής 3ης χιλιετίας. Πρώτο των θύμα υπήρξε ό πολιτισμός τών Χαράπα στίς εκβολές τού Ινδού. Εκεί ήκμασε έως τό 2500πχ ή πόλις Μοχέντζο Ντάρο. Οί κάτοικοι τεκμηριωμένα είχαν επαφή μέ τούς Σουμέριους πού βρίσκονταν στό απόγειο τής δόξης των, καθώς καί μέ τόν πολιτισμό τών Ντιλμούν, στό σημερινό Μπαχρέϊν. Στό Ντιλμούν έχουν ανακαλυφθή εγχειρίδια καί ξίφη Ελληνικού υποδείγματος, τής πρώιμης Μυκηναϊκής περιόδου. Ό Διώδορος ό Σικελιώτης γράφει μία μαρτυρία τών συγχρόνων κατοίκων τής Υεμένης, σύμφωνα μέ τήν οποία ήσαν απόγονοι Ελλήνων. Τήν εποχή αυτή μάλιστα οί Σουμέριοι ιδρύουν πόλεις κράτη, οί οποίες πολεμούν μεταξύ των, αλλά καί κατά γειτόνων βαρβάρων μέ φάλαγγες δορυφόρων. Στούς ινδοευρωπαίους αποδίδουν τήν εξημέρωσι τού ίππου, τήν κατεργασία τού χαλκού καί τήν εύρεση τού τροχού στήν περιοχή μεταξύ Υπερκαυκάσου καί Τουρκμενιστάν. Αυτοί λοιπόν απεφάσισαν νά μεταναστεύσουν σέ πιό θερμό κλίμα. Αυτοί λοιπόν οί πολιτισμένοι πού μάς έφεραν τά φώτα, αφού κατάστρεψαν τό Μοχέντζο Ντάρο, ίδρυσαν στήν Ινδία τόν δικό των πολιτισμό. Άλλοι κλάδοι των εκινήθησαν σέ άλλες περιοχές, όπως τό Ιρακινό υψίπεδο, αλλά καί τίς έφορες περιοχές μεταξύ Τίγρητος καί Ευφράτου. Οί Σουμέριοι λοιπόν καί οί λαοί τής Μέσης ανατολής εδιδάχθησαν από τούς ινδοευρωπαίους. Άλλο τμήμα των εκινήθη πρός Βαλκανική χερσόνησο. Αυτοί πού αργότερα ήταν οί «Έλληνες», κατέβηκαν νοτιώτερα καί οί «πρωτοέλληνες» εγκαταστάθηκαν στήν Ρουμανία, όπου αναμίχθησαν μέ τούς εντοπίους. Αφού οί «Έλληνες» έμειναν εκεί γιά μερικούς αιώνες κατέβηκαν νοτιώτερα στήν σύγχρονη επικράτεια τής Ελλάδος. Έτσι οί ινδοευρωπαϊστές περιορίζουν τόν Ελληνικό πολιτισμό στά 4000έτη συνολικά. Τό όλο σχεπτικό πάσχει καί πάσχει πολύ. Ό Χρ. Ντούμας καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών παραδέχεται πώς οί μεγάλοι πολιτισμοί αναδείχθησαν εκεί όπου οί περιβαλλοντικές συνθήκες ευνόησαν τήν συγκέντρωση πληθυσμών. Οί περίοδοι τήξεως καί πήξεως τών πάγων, μεταξύ τών διαφόρων κατακλυσμών (-τρείς έκ τών οποίων καταγράφησαν είς τήν Ελληνική παράδοσι ώς τού Ωγύγου, τού Δαρδάνου καί τού Δευκαλίωνος-) έχουν άμεση σχέση μέ τήν ανάπτυξη τού πολιτισμού. Από τήν στιγμή λοιπόν πού έως τήν Ύστερη παλαιολιθική εποχή οί περιοχές τού όρους Αίμου ήσαν καλυμμένες από πάγους, ουδείς ηδύνατο νά ευδοκιμήση σέ αυτές. Οί δέ παγετώνες εκτείνονταν σέ όλο αυτό τό γεωγραφικό πλάτος. Άρα ή κοιτίδα τών ινδοευρωπαίων, τόν μόνο πολιτισμό πού θά μπορούσε νά δημιουργήση άν έμενε εκεί θά ήταν τών Εσκιμόων. Ό πολιτισμός γιά νά αναπτυχθή θέλη Εύκρατο κλίμα. Ό πολιτισμός τού 3000πχ τών Κουργάν πού επικαλούνται, δέν έχει αφήσει ούτε ένα πειστικό τεκμήριο τής υπάρξεώς του. Ακόμα καί μετά τούς Ελληνιστικούς χρόνους τό πολιτιστικό χάσμα μεταξύ Μεσογείου καί στεππών είναι παραπάνω από εμφανές. Ακόμα καί οί Σκύθες γνωστοί είς τούς Έλληνας τών κλασσικών χρόνων, ήταν τόσο επηρεασμένοι από τόν Ελληνικό πολιτισμό πού όλα σχεδόν τά ευρήματά των εκεί νά μήν ξεχωρίζουν από τά Ελληνικά. Άρα επειδή οί Σκύθες ακολουθούσαν τόν Ελληνικό πολιτισμό σημαίνει τί; Hσαν απλώς λάτρεις τού Ελληνικού πολιτισμού ή ήσαν αυτοί πού ανέπτυξαν τόν κλασσικό πολιτισμό τών Ελλήνων ; Όταν λοιπόν ή νεολιθική Ελλάς είχε φθάσει σέ τέτοιο βαθμό ώστε νά εντοπίζουμε σήμερα λείψανα οδών, πόσο άραγε είχαν προχωρήσει οί νομάδες μετανάστες από τίς στέππες ; Ενώ στήν Ελλάδα έχουμε τήν εμφάνιση τής πόλεως-κράτος, στίς στέππες πρέπει νά περάσουν χιλιάδες χρόνια ακόμα γιά νά γίνει αυτό. Οί βελτίωση τών συνθηκών διαβιώσεως οδήγησε σέ πληθυσμιακή αύξηση, καί αυτή οδήγησε στήν ανάγκη αναπτύξεως μεθόδων σιτίσεως καί υδρεύσεως μεγαλων μαζών. Έτσι λοιπόν στίς Ελληνικές πόλεις πρώτα, αναπτύσσονται αρδευτικά έργα καί υδρευτικά δίκτυα, αλλά καί οχυρώσεις γιά τήν προστασία τών κεκτημένων. Ανακαλύφθηκε ή γεωργία καί ή κτηνοτροφία. Στήν Ελλάδα αρχαιολογικώς αποδεδειγμένα ή γεωργία ενεμφανίσθη στήν Νικομήδεια τής Μακεδονίας από τό 7000πχ. Τέλος αναπτύχθηκε ή ιδέα τού πολίτου-οπλίτου ένα νεοσύστατο παραγωγικό κεφάλαιο. Αυτοί οί Άρειοι (Άριοι), οί ευγενείς πολεμιστές εμφανίζονται στήν Ελλάδα από τήν νεολιθική εποχή έως καί σήμερα. Στήν Πολιόχνη τής Λήμνου, μία έκ τών αρχαιοτέρων πόλεων τής Γηραιάς Ήπείρου (πρό τού 3000πχ), μετά από ανασκαφές Ιταλών, έδειξε τήν ύπαρξη προιστορικού Βουλευτηρίου. Αυτή λοιπόν ήταν ή κοινωνική οργάνωσι τών προιστορικών Ελλήνων. Ωστόσο ό καθηγητής Πελεκίδης στό βιβλίο «Αρχαία Ελληνική Ιστορία», λέγει : «πώς τό καλό κλίμα δέν είναι πάντα αναγκαία συνθήκη γιά τήν ανάπτυξη πολιτισμού. Οί Τούρκοι γιά παράδειγμα βρίσκονται στίς ακτές τής Ανατολικής Μεσογείου από τόν 15ον αιώνα, αλλά παρ’όλα αυτά δέν ανέπτυξαν ποτέ ναυτιλία». Οί Έλληνες όμως εντεταγμένοι ανέκαθεν στό φυσικό αυτό περιβάλλον πού τούς εξέθρεψε καί τούς εγέννησε, εκμεταλλεύθησαν ότι αυτό διέθετε. Από τό 8000πχ καί τά ευρήματα στό Φράχθι τής Ερμιονίδος δείχνουν τήν ικανότητα τών Ελλήνων νά ναυσιπλοούν από τότε. Επίσης οί βραχογραφίες τού Παγγαίου καί Στρόφιλα, αλλά καί τών ακτών τίς Αττικής, επιβεβαιώνουν τήν πανάρχαια Ελληνική ναυτιλία. Πήλινα ομοιώματα πλοίων ευρέθησαν ακόμα καί στήν απομακρυσμένη από τήν Θάλασσα Θεσσαλία. Σκεύος τηγανόσχημο τής Σύρου τού 2800πχ, εικονίζει κωπήλατο σκάφος 24 κωπών συνολικά, τό οποίο ομοιάζει σκανδαλωδώς μέ τριακόντορο. Τό πλοίο είχε υπερυψωμένη πλώρη καί τρόπιδα. Τήν ίδια εποχή στίς στέππες δέν ανιχνεύονται διαδικασίες όμοιες μέ εκείνες πού οδήγησαν πρός τήν οργάνωση πρωτοαστικών κοινωνιών.

Καί όπως είχε πεί μία σπουδαία γυναίκα στό παρελθόν

- Εκείνο που θέλουν είναι όχι οι αποδείξεις, αλλά το "έχει καλώς" από τους διαπιστευμένους
-από ποιους άραγε;
- αρμόδιους, που δουλειά τους είναι να αποφαίνονται ποιές απόψεις είναι σωστές και ποιές δεν είναι.Δε θέλω να επεκταθώ όμως γιατί υπάρχουν οι στενόμυαλοι της συμβατικής επιστήμης που θέλουν αποδείξεις (αν και οι δικές τους συνήθως βασίζονται σε υποθέσεις)